Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο γύρος του κόσμου μ' ένα... σουβλάκι

H Eλλάδα δεν είναι ο μόνος τόπος στον πλανήτη όπου το κρέας ή τα λαχανικά σουβλίζονται σε ξυλάκια (καλαμάκια) για να ψηθούν στα κάρβουνα. Tο σουβλάκι, στην ουσία, είναι παγκόσμιο φαγητό

Από την Αμερική, όπου το μπάρμπεκιου είναι τρόπος ζωής, ένα δημοφιλές σουβλάκι περιέχει ένα και μοναδικό κομμάτι κρέας, λουκάνικο, σουβλισμένο και ψημένο στη σχάρα. Τα καρυκεύματά του είναι τα γνωστά: μουστάρδα και κέτσαπ. Είναι ίσως από τα πιο φτωχά σαν ιδέα φαγητά στη σχάρα. Αλλού, όμως, η παράδοση είναι πλούσια και πάρα πολύ γευστική.

Στη Μεσόγειο το σουβλάκι ψήνεται παντού, από τις ακτές της Ισπανίας μέχρι τα μεζεδοπωλεία της Τουρκίας. Το ισπανικό δώρο στον κόσμο της σούβλας λέγεται pinchitos, μικρά σουβλάκια από ποικίλα κρέατα. Μπορεί να γίνει από χοιρινό, το εθνικό κρέας της Ισπανίας, από κοτόπουλο και άλλα. Καμιά φορά τα φτιάχνουν από κιμά, άλλες φορές από κυβάκια. Οι γεύσεις διαφέρουν από συνταγή σε συνταγή: το κύμινο είναι δημοφιλές, για παράδειγμα, όπως επίσης το φρέσκο κολίανδρο και ο μαραθόσπορος, γεύσεις φερμένες όλες από την αραβική παράδοση της Βόρειας Αφρικής που έχει επηρεάσει αισθητά τη μαγειρική της Ισπανίας. Τα pinchitos θεωρούνται μεζές (τάπας). Βρίσκουμε τέτοια και ανάμεικτα με το κλασικό λουκάνικο chorizo και γαρίδες, ψημένα στα κάρβουνα.

Οι Γάλλοι έχουν τα brochettes τους, με διάφορες πρώτες ύλες, από κοτόπουλο μέχρι μπακαλιάρο. Πολλά απ' αυτά είναι σπεσιαλιτέ της μεσογειακής Γαλλίας, γύρω από την Προβηγκία. Ένα αγαπητό σουβλάκι εκεί περιέχει διάφορα αρνίσια εντόσθια, με τομάτα, κρεμμύδι και βασιλικό.

Παντού στον κόσμο, και στην Μεσόγειο και αλλού, το σουβλάκι είναι από τα κλασικά φαγητά του δρόμου, κάτι πρόχειρο, δηλαδή, που το τρώγει ο κόσμος στα όρθια και πολλές φορές καθοδόν. Ένα μέρος όπου η παράδοση αυτή είναι τεράστια και πολύ ζωντανή είναι η Λατινική Αμερική. Εκεί παντού υπάρχουν πλανόδιοι μάγειροι που ψήνουν διάφορα σουβλάκια σε καροτσάκια στον δρόμο. Στη Βολιβία, για παράδειγμα, φτιάχνουν τα anticucho, μικρά σουβλάκια με εναλλάξ κομμάτια από κρέατα και πατάτες και σερβιρισμένα με μια σάλτσα από φιστίκια. Στο Περού σουβλίζουν διάφορα εντόσθια, μεταξύ των οποίων το φαβορί τους, μοσχαρίσια καρδιά μαριναρισμένη σε πικάντικη σάλτσα από σκόρδο, λάδι, μπαχαρικά και μια ειδική ντόπια καυτερή πιπεριά. H παράδοση αυτή κρατήθηκε και στη διασπορά. Στις νοτιοαμερικάνικες γειτονιές της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, κάθε βράδυ γίνεται ένα μυρωδάτο, γευστικότατο πανηγύρι από τέτοια φαγητά, ψημένα σε καροτσάκια στον δρόμο.

Από τα πιο ενδιαφέροντα σουβλιστά είναι αυτά που φτιάχνονται στην Καραϊβική, ίσως επειδή οι γεύσεις είναι υβρίδια δανεισμένες από πολλές άλλες κοντινές κουλτούρες. Ένα απλό σουβλάκι από αρνίσιο κρέας, για παράδειγμα, συνήθως γλυκίζει στη μαγειρική της Καραϊβικής επειδή το μαρινάρουν με μέλι, ξύδι και λάδι. Το αποτέλεσμα είναι ένα καραμελωμένο κρέας στη σούβλα, τραγανό απ' έξω και μαλακό από μέσα.

Το κρέας ψημένο σε καλαμάκι στα κάρβουνα καλύπτει μια ανθρώπινη ανάγκη για γρήγορο, νόστιμο και εύκολο φαγητό. Για μένα όλα αυτά, είτε στην Ισπανία είτε στην Ιαπωνία είτε στο Ιράν είτε στην Ελλάδα, είναι φαγητά της ελευθερίας. Δεν περιορίζουν τον μάγειρα με πολύπλοκες συνταγές ή δύσκολο εξοπλισμό και δεν περιορίζουν αυτόν που τα τρώει στα όρθια, στον δρόμο ή στον κήπο καθώς κρατάει μια κρύα μπίρα στο άλλο χέρι. Είναι, με λίγα λόγια, ό,τι πρέπει για το καλοκαίρι.

Λιχουδιές στη σούβλα
Οι Ισπανοί έχουν τα pinchitos, οι Έλληνες τα σουβλάκια και οι Γιαπωνέζοι το yakitori, το οποίο είναι ψητό σουβλιστό κοτόπουλο, συνήθως σε λωρίδες και όχι κύβους. Το yakitori σερβίρεται στα όρθια σε ειδικά μαγαζιά και τρώγεται με το χέρι. Μετά τη δουλειά και πριν από το σπίτι, ο κόσμος σταματάει σε τέτοια μαγαζιά με φίλους για να τσιμπήσουν λίγο yakitori και να πιούνε μια μπίρα. Τα γιαπωνέζικα σουβλάκια πάνε χέρι-χέρι και με το αντίστοιχο του μεζέ, αυτό που αποκαλούν robata, ή μαγειρική στα κάρβουνα. Οι δημιουργικοί σεφ σουβλίζουν μαζί με κοτόπουλο ή άλλο κρέας διάφορα, όπως π.χ. τζάνερα τουρσί. Οι μαρινάτες τους πολλές φορές περιέχουν κάτι το γλυκόξινο, όπως ξίδι από ρύζι ή νιφάδες αφυδατωμένου τόνου. Σίγουρα έχουν άλλες γευστικές προτιμήσεις από μας εδώ στην Μεσόγειο, αλλά η βασική ιδέα με το ξυλάκι και το εύκολο φαγητό είναι παρόμοια.

Όλη η Ασία τρώει σουβλιστές λιχουδιές. Στη Νοτιοανατολική Ασία, για παράδειγμα, το πιο δημοφιλές σουβλιστό φαγητό είναι το satay, κομματάκια από κρέας συνήθως καρυκευμένα με γλυκιά και καυτερή σάλτσα από φιστίκια. Τα satay είναι το κλασικό κολατσιό του δρόμου σε όλη την περιοχή. H λέξη έχει γίνει συνώνυμη με την σάλτσα φιστικιού αλλά τα satay μπορεί να είναι μαριναρισμένα και με άλλες σάλτσες, από καρύδα, τζίντζερ, πιπεριές τσίλι και άλλα.

Στην άλλη άκρη του κόσμου, όπου τα πάντα βράζουν αυτή τη στιγμή, η σχάρα και τα σουβλάκια είναι μέρος μιας μεγάλης παράδοσης. Μιλάω για τη Μέση Ανατολή. Στο Ιράν, ένα παλιό και πεντανόστιμο σουβλάκι είναι το κουμπιντέ κεμπάμπ, από κιμά, κρεμμύδια και σαφράν. Φτιάχνεται στο σπίτι αλλά και έξω σε εστιατόρια και καροτσάκια και αποτελεί κολατσιό αλλά και ένα κυρίως πιάτο ταυτόχρονα. Σερβίρεται με ψημένες στη σχάρα τομάτες και πιλάφι από ρύζι μπασμάτι. Το σαφράν δίνει το άρωμά του παντού.

(πηγή: www.tanea.gr, 29/7/2005)

Metro στον κόσμο

Η υπόγεια «καρδιά» της πόλης
Φώτα, χρώματα, άνθρωποι όλων των φυλών, ένας ολόκληρος κόσμος ζει κάτω από τα πόδια μας, στα μετρό του κόσμου

Για όσους ζουν και εργάζονται στις μεγάλες πόλεις, το μετρό είναι απλώς ένα μέσο συγκοινωνίας, συχνά ανιαρό. Για τον Μάρκο Πεζαρέζι όμως είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να γνωρίσει κανείς τον κόσμο.

«Θέλετε να γνωρίσετε τον κόσμο; Πάρτε ένα μετρό. Με λίγες πένες, λιρέτες, πέσος ή σεντς μπορείτε να κάνετε ένα ταξίδι ανά τη γη, να συναντήσετε ανθρώπους από κάθε κουλτούρα. Κάτω από τα πόδια μας, στο Λονδίνο ή στο Μιλάνο, στην Καλκούτα ή στο Τόκιο, ζει ο κόσμος του μετρό, ένας υπόγειος καθρέπτης της υπέργειας ζωής» λέει. Ο φωτορεπόρτερ Πεζαρέζι γεννήθηκε στο Ρίμινι της Ιταλίας το 1964. Οταν πήγε στο Λονδίνο, πριν από οκτώ χρόνια, μεγαλύτερη εντύπωση από οτιδήποτε άλλο του έκανε ο υπόγειος κόσμος: «Με συνεπήραν τα φώτα, ο χώρος, τα χρώματα, ένας κόσμος που μου αποκαλύφθηκε πρώτη φορά» λέει. Του δημιουργήθηκε λοιπόν η επιθυμία να καταγράψει «τα διάφορα έθιμα και τις αισθητικές των κατοίκων του κόσμου φωτογραφίζοντας τους υπόγειους σιδηροδρόμους των μεγαλύτερων πόλεων». Το αποτέλεσμα ­ 110 φωτογραφίες ­ δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Underground: Travels on the global metro» («Υπόγειος: Ταξίδια στο παγκόσμιο μετρό»), μια διαδρομή κάτω από την επιφάνεια της γης σε 10 πόλεις.

Βερολίνο, 1994
«Περνούσα τις ημέρες μου μετακινούμενος συνεχώς από σταθμό σε σταθμό. Με γοήτευαν οι σκληρές γραμμές στα πρόσωπα των ανθρώπων, η νέα τροπή που είχε πάρει η ιστορία. Το αστικό τοπίο είχε αλλάξει ριζικά από το τελευταίο ταξίδι μου. Ηταν μια μοναδική ευκαιρία για να παρατηρήσω και να καταγράψω την ένωση δύο πολιτισμών, της Ανατολής και της Δύσης».

Μιλάνο
«Στο τέλος της περιήγησής μου στα μετρό του κόσμου υπέφερα από κλειστοφοβία, δεν μπορούσα να παραμείνω κάτω από τη γη πολλή ώρα. Ονειρευόμουν τη θάλασσα, γαλάζια και διάφανη, και λιβάδια που έλαμπαν στον ήλιο. Ημουν εξαντλημένος αλλά ικανοποιημένος. Στις λεωφόρους που τρέχουν κάτω από τις πόλεις μας όλες οι γραμμές οδηγούν σε μια έκπληξη».

Τόκιο, Μάρτιος 1996
«Διέσχισα αυτή την ατελείωτη πόλη από τη μια άκρη ως την άλλη και έφθασα στον σταθμό Σιν-Τακασιμαντάιρα, μακριά από το ζωντανό και παλλόμενο κέντρο. Μου άρεσε να ακολουθώ παρέες νεαρών γυναικών, ντυμένων με παραδοσιακά κοστούμια. Από τις 8 ως τις 9.30 το πρωί, στους κυριότερους σταθμούς, άνδρες με μπλε στολές και άσπρα γάντια σπρώχνουν τους επιβάτες απαλά για να τους στριμώξουν στα βαγόνια προτού κλείσουν οι πόρτες».

Νέα Υόρκη, Νοέμβριος 1995
«Το δίκτυο του μετρό της Νέας Υόρκης είναι τεράστιο (1.160 χιλιόμετρα). Τότε μόλις είχαν καθαριστεί τα γκράφιτι και οι σταθμοί ήταν πιο καθαροί και ευχάριστοι, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι άνθρωποι. Αν πάρετε το 7-Train από το Κουίνς, γνωστό ως "Οριάν Εξπρές", θα συνταξιδεύσετε με μετανάστες από την Κίνα και την Κορέα· αν πάρετε το F-Train από το Μπρούκλιν, συνεπιβάτες σας θα είναι κοσμηματοπώλες ρωσικής καταγωγής και ορθόδοξοι Εβραίοι καθ' οδόν προς τη Γειτονιά των Διαμαντιών».

Καλκούτα, Απρίλιος 1995
«Το δίκτυο αποτελείται από μία μόνο γραμμή με 17 σταθμούς, εκ των οποίων ο ένας, ο Μαχάτμα Γκάντι, ήταν ακόμη υπό κατασκευή. Αφού διήνυσα τους πρώτους 11 σταθμούς της διαδρομής, αναγκάστηκα να βγω στη γη, να περπατήσω για 300 μέτρα και να ξαναπάρω το μετρό στον σταθμό Μπίρις Παρκ. Εκανε αφόρητη ζέστη, περίπου 45 βαθμούς, αλλά η υγρή ατμόσφαιρα γινόταν πιο υποφερτή χάρη στην ινδική μουσική που διαχεόταν παντού».

Λονδίνο, Ιανουάριος 1995
«Το Λονδίνο έχει το αρχαιότερο μετρό του κόσμου (εγκαινιάστηκε το 1863). Μια νύχτα στον σταθμό του Μπρίξτον φωτογράφισα έναν πανκ και συζήτησα μαζί του για την πόλη και τους κατοίκους της, την ελευθερία και τα βίτσια, τη μοναξιά και την ποίηση. Επειτα από αυτό τα κίνητρα της δουλειάς μου έγιναν πιο σαφή από ποτέ».

Μόσχα, Μάρτιος 1995
«Φωτογράφισα ένα μετρό που όμοιό του δεν είχα ξαναδεί. Σχεδιάστηκε τη δεκαετία του '30 και επιθυμία των κατασκευαστών του ήταν κάθε εργάτης που το χρησιμοποιεί να αισθάνεται σαν τον τσάρο. Υπάρχουν σταθμοί φτιαγμένοι ολόκληροι από μάρμαρο με μεγαλοπρεπείς πολυελαίους που φωτίζουν μπρούτζινα γλυπτά. Οι Ρώσοι είναι μανιώδεις αναγνώστες και στα βαγόνια διαβάζουν βιβλία με φροντισμένα καλύμματα, απόδειξη του πόσο τα σέβονται».

Παρίσι, 1996
«Από τους 375 σταθμούς του μετρό, οι 370 έχουν τα ονόματα σημαντικών ή λιγότερο σημαντικών προσώπων ή γεγονότων της γαλλικής ιστορίας και μόνο πέντε βαπτίστηκαν προς τιμήν ξένων (Κένεντι, Ρούζβελτ, Βασιλιάς Γεώργιος, Γκαριμπάλντι και Μπολιβάρ). Ενας από τους πιο ενδιαφέροντες είναι ο Μπαρμπές Ροσεσουάρ, που χρησιμοποιείται κυρίως από Αραβες, χαρακτηριστικούς τύπους της πόλης, έναν τυφλό που υμνεί τον Αλλάχ...».

Πόλη του Μεξικού, Σεπτέμβριος 1995
«Το μετρό της Πόλης του Μεξικού έχει πολύ αισθησιακά και φωτεινά χρώματα. Ομάδες τυφλών ζητούν ελεημοσύνη παίζοντας μουσική και ταξιδεύοντας διαρκώς από γραμμή σε γραμμή. Σταθμοί όπως ο Κοπίλκο και ο Τακουμπάγια είναι διακοσμημένοι με πανέμορφες "murales" (τοιχογραφίες) και έχουν μια ατμόσφαιρα ονειρική. Αποτελούν σημείο συνάντησης όπου μερικοί φιλιούνται, άλλοι διαβάζουν και άλλοι χαμογελούν».

(πηγή: www.tovima.gr)

Ακριβές πόλεις

Η Μόσχα είναι για τρίτη συνεχή χρονιά η ακριβότερη πόλη στον κόσμο για τους ξένους εργαζόμενους και 1,5 φορά ακριβότερη από τη Νέα Υόρκη, τη Σανγκάη, το Αμστερνταμ και τη Μαδρίτη, σύμφωνα με την έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα η βρετανική εταιρεία διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων Mercer. Το Τόκιο ξεπέρασε το Λονδίνο και κατατάσσεται στη δεύτερη θέση, ενώ το Οσλο, ενισχυμένο από τα πετροδολάρια ανέβηκε έξι θέσεις και είναι τέταρτο στη λίστα. Στην 25η θέση η Αθήνα.

Η Ασουνσιόν (Παραγουάη) είναι η φθηνότερη μεγαλούπολη στον κόσμο για έκτη συνεχή χρονιά, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Mercer η οποία λαμβάνει υπ΄όψιν το κόστος περισσοτέρων 200 ειδών και υπηρεσιών σε 143 πόλεις.

Ο δείκτης του κόστους ζωής στη Μόσχα είναι 142,4 μονάδες συγκρινόμενο με τον ακριβότερη πόλη των ΗΠΑ, τη Νέα Υόρκη, που φέτος καταλαμβάνει την 22η θέση, και όπου το κόστος ζωής είναι 100 μονάδες.

Η Αθήνα καταλαμβάνει, μαζί με το Αμστερνταμ και το Σάο Πάολο, την 25η θέση, έχοντας ανέλθει κατά τέσσερις θέσεις σε σχέση με την περυσινή κατάταξη, και ο δείκτης του κόστους ζωής τοποθετείται στο 97 (έναντι 90,6 πέρυσι).

Αν και οι καταναλωτές σε ολόκληρο τον κόσμο αισθάνονται την πίεση του πληθωρισμού, οι μεγάλες συναλλαγματικές διακυμάνσεις και οι οικονομικές διαφορές διαφοροποιούν τις επιπτώσεις του από χώρα σε χώρα.

Η έρευνά μας επιβεβαιώνει την παγκόσμια τάση ανόδου των τιμών για ορισμένα είδη διατροφής και το πετρέλαιο, ωστόσο η αύξηση δεν είναι αντίστοιχη σε όλες τις χώρες, λέει η Ιβόν Τρέιμπερ, επικεφαλής των ερευνητικών προγραμμάτων της Mercer.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις ευθύνονται για πολλές από τις ανακατατάξεις στη φετινή λίστα, καθώς με την ισχυροποίηση του ρουβλίου, του ευρώ και άλλων νομισμάτων έναντι του αμερικανικού δολαρίου, οι αμερικανικές πόλεις φαίνονται φτηνότερες.

Χώρες με υψηλό δείκτη οικονομικής ανάπτυξης κατέγραψαν υψηλούς δείκτες κόστους ζωής, με το Σάο Πάολο της Βραζιλίας (25η θέση από 62η πέρυσι) και την Κωνσταντινούπολη (23η θέση από 38η πέρυσι) να ανεβαίνουν κατά πολλές θέσεις στη φετινή λίστα.

Η έκθεση λαμβάνει υπ΄όψιν το κόστος ειδών και υπηρεσιών για έναν ξένο εργαζόμενο που θα επιθυμούσε να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης.

(πηγή: www.flash.gr, 24/7/2008)

Καφέ στο Τόκιο με μπάτλερ για πριγκίπισσες

«Καλωσορίσατε στο Μπάτλερς Καφέ, πριγκίπισσα», λέει ο Ευρωπαίος άνδρας με το καλοραμμένο κοστούμι, καθώς τοποθετεί απαστράπτων διάδημα στο κεφάλι της γυναίκας. Σ’ ένα έθνος όπου πολλά κορίτσια μεγαλώνουν με δυτικά παραμύθια, το Μπάτλερς Καφέ του Τόκιο απευθύνεται στη δημοφιλή φαντασίωση, που τρέφουν κορίτσια σε όλο τον κόσμο, ότι θα συναντήσουν τον πρίγκιπα του παραμυθιού αφού μεγαλώσουν. Η Γιαπωνέζα πελάτισσα του Καφέ μπορεί να ξεχάσει για μερικές ώρες ότι βρίσκεται στην πολύβουη συνοικία Σιμπούγια της ιαπωνικής πρωτεύουσας και να εισέλθει σ’ έναν κόσμο, όπου όμορφοι άνδρες σπεύδουν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες της, ρωτώντας κάθε λίγο και λιγάκι: «Ολα εντάξει, πριγκίπισσά μου;»

2.000 μόνιμες πελάτισσες

Το Μπάτλερς Καφέ έχει τέτοια επιτυχία, που απέκτησε πάνω από 2.000 μόνιμες πελάτισσες, από τα εγκαίνιά του το 2006 μέχρι σήμερα. Η 23χρονη νταντά Γιούρι Νοζάκι και η 26χρονη νηπιαγωγός Ακι Νακαμούρα, λένε ότι επισκέπτονται το Καφέ τουλάχιστον μία φορά τον μήνα για να απολαύσουν τη σπάνια περιποίηση και λίγες στιγμές ρομαντισμού. «Αρχικά η ιδέα με ενόχλησε, αλλά οι σερβιτόροι είναι κούκλοι, ευχάριστοι και ευγενέστατοι. Το γεγονός ότι είναι ξένοι, μας βοηθά να αποδράσουμε από την πραγματικότητα. Ακόμη και τώρα, έπειτα από δεκάδες επισκέψεις, νιώθω ενθουσιασμό μόλις μπαίνω από την πόρτα. Χρειάζομαι τέτοιες συγκινήσεις στη ζωή μου», λέει η Γιούρι.

Την ίδια ώρα, το Μπάτλερς Καφέ αποτελεί πολύ πιο οικονομική εναλλακτική λύση από «ιδιωτικά κλαμπ», όπου γυναίκες ξοδεύουν εκατοντάδες ευρώ για λίγες ώρες συντροφιάς με καλοντυμένους Ιάπωνες.

Το Μπάτλερς Καφέ είναι το αντίστοιχο των «καφέ συντροφιάς», όπου προκλητικά ντυμένα κορίτσια σερβίρουν το αποκλειστικά ανδρικό κοινό.

Η ιδιοκτήτρια του Μπάτλερς, η 36χρονη Γιούκι Χιροχάτα, λέει ότι την ιδέα της πρωτότυπης επιχείρησης είχε ενώ εργαζόταν στην προηγούμενη δουλειά της, σε γραφείο της πρωτεύουσας. «Είχα δοκιμάσει κάθε είδους σπα, σαλόνια ομορφιάς και μασάζ, ενώ σκεφτόμουν να αρχίσω να επισκέπτομαι και «ιδιωτικά κλαμπ» σε αναζήτηση συναισθηματικής ικανοποίησης, αλλά η τσέπη μου δεν θα το άντεχε. Μετά, όμως, συνειδητοποίησα ότι η ψυχαγωγία για γυναίκες δεν έπρεπε να είναι ακριβή και θα έπρεπε να προσφέρεται ακόμη και με μία κούπα τσαγιού», λέει η Γιούκι, που κατέληξε στην ιδέα της, αφού πραγματοποίησε έρευνα μεταξύ δεκάδων γυναικών και κατέληξε σε μερικά βασικά χαρακτηριστικά: όλες οι ερωτηθείσες αναζητούσαν ρομαντικό σκηνικό και μία ευκαιρία να μάθουν αγγλικά, ήθελαν έναν ασφαλή χώρο, που δεν θα είχε καμία σχέση με τα ιδιωτικά κλαμπ και τα μπαρ, με πελατεία μεθυσμένους Ευρωπαίους. «Αυτό που θέλουν είναι να κάνουν τις ζωές τους λίγο συναρπαστικές. Οι γυναίκες θέλουν περιποίηση και ρομαντισμό», λέει η Γιούκι.

Η ψυχολόγος Γιόκο Νακαγκάουα, που εργάζεται ως οικογενειακός σύμβουλος στο Τόκιο, εκτιμά ότι η «μεταμόρφωση» σε πριγκίπισσα και η παρουσία δυτικών ανδρών-υπηρετών ενισχύει τη μυθιστορηματική αύρα του Μπάτλερς Καφέ. «Οι περισσότερες σύγχρονες Γιαπωνέζες νιώθουν ανικανοποίητες και καταπιεσμένες από το ανδρικό φύλο. Το Καφέ τούς προσφέρει μία παροδική ψευδαίσθηση και τις βοηθά να νιώσουν καλύτερα με τον εαυτό τους, έστω και για λίγο», λέει η κ. Νακαγκάουα.

(πηγή: www.kathimerini.gr, 22/2/2008)

Κανόνες Ιαπωνικής συμπεριφοράς... στο τραπέζι

Οταν τρώτε με παρέα, δεν είναι ευγενικό να βάζετε οι ίδιοι ποτό στο ποτήρι σας. Εσείς γεμίζετε το ποτήρι του συνδαιτυμόνα σας και αυτός το δικό σας.

Όταν δε θέλετε να πιείτε άλλο αφήστε το ποτήρι σας γεμάτο.

Πριν αρχίσετε να τρώτε πείτε "itadakimasu" και όταν τελειώσετε "Gochisosama deshita" ιδίως όταν σας έχουν κάνει το τραπέζι. Όταν πίνετε, πείτε "Kanpai" (όπως λέμε "γειά μας" ).

Μην χρησιμοποιήτε τα hashi (τα γιαπωνέζικα "πηρούνια", τα ξυλάκια δηλαδή) για να σουβλίζετε το φαγητό (δεν είναι σουβλάκι). Και ΠΟΤΕ μην προσφέρετε φαγητό με τις ίδiες άκρες των hashi που τρώτε, χρησιμοποιήστε τα ανάποδα.

Μην χρησιμοποιείτε τα hashi για να δείξετε κάποιον.

Όταν μοιράζεστε ένα πιάτο, βάλτε πρώτα στο πιάτο σας ότι είναι να φάτε.

Οι Ιάπωνες συνηθίζουν να φέρνουν κοντά στο σαγόνι τους το πιάτο με το ρύζι ή τη σούπα ώστε να τρώνε πιο άνετα και χωρίς να τους πέφτει έξω το φαγητό.

Xρησιμοποιείτε την υγρή τυλιγμένη ρολό πετσέτα "oshibori" που σας φέρνουν στο εστιατόριο για τα χέρια σας, όχι για το πρόσωπο ή το λαιμό.

(πηγή: tastytour.pblogs.gr)

To ski the lights: Fantastic



On four nights of the year, when the moon is full and if the sky is clear, the ski resort of Zermatt in Switzerland offers the rare opportunity to journey to the 10,180-foot-high top of the Rothorn ski area, enjoy a traditional fondue dinner, and then ski down, with only the glow of the moon and stars to guide the skiers.

Similarly, on the slopes of Diavolezza in St. Moritz, a cable car stays open until 11:15 on moonlit nights, from December through April, for what they call "the souvenir of your vacation."

On such nights, "It is so quiet, you only hear the sound of your skis on the snow," Chantal Bittel-Kappeli, a marketing manager for Zermatt, says.

Martha Winfield, an American mother of two living in London, recalls a less romantic moonlight ski run in Zermatt last winter.

"It was both exciting and frightening," said Winfield, who was there with her husband and children, who were 10 and 8. "At times, it didn't appear as though anything was lit at all."

She said her family had trouble keeping up with the guide, who led their group down with only a torch to light the way. "Anyone with kids might want to consider bringing their own headlights," she said jokingly.

Most night skiing and snowboarding, however, does not require charting the phases of the moon. Modern lights have long been illuminating the slopes of small suburban ski resorts throughout the United States, particularly on weekends, when they turn into sporty social clubs for teenagers. Now many of the larger ski resorts in the United States, Europe, British Columbia and Japan are offering night skiing. And for those willing to brave the cold, the benefits — smaller crowds and a twinkling nighttime view — far outweigh the chill.

Stowe Mountain Resort in Vermont offers 2,160 vertical feet of night skiing, keeping the slopes open every Saturday until 9 p.m. through March 15. Jeff Wise, the communications director at Stowe, said most runs are regroomed for the evening and are "perfect for skiers who like to cruise and carve away from the crowds."

Keystone in Colorado also offers "sunset" skiing on 15 lighted trails until 9 p.m. during peak times (Wednesday through Sunday from Jan. 9 to Feb. 24, then daily Feb. 27 through March 30). Amy Kemp, a spokeswoman, said the resort offered "the largest night-skiing experience in Colorado."

In St. Moritz, Corvatsch, known for its bowl skiing, boasts that it has the "longest flood lit piste in Switzerland," every Friday night during the ski season. In addition, there is a mountain restaurant, the Alpetta, which stays open for dinner, as well as the Hossa Bar, where a DJ entertains crowds and there are even occasional fireworks. Parents wanting a night out on the slopes can drop their children off at the nearby "Bambino land" from 7 to 10 p.m.

In British Columbia, night skiers and snowboarders can take in the twinkling lights of Vancouver, only a 15-minute drive away, while gliding down Grouse Mountain. It has 13 runs open daily during the winter from 4 to 10 p.m.

Across the Pacific, Niseko is one of the largest lighted ski areas in Japan and advertises some of the best night life of any Japanese ski resort. All-day lift tickets include night skiing on the final day of the ticket from early December to early April.

One advantage to night skiing is that it is less expensive then daytime skiing. A night-only lift ticket at Stowe costs $27 for an adult, less than half the cost of an afternoon (12:30 to 4 p.m.) ticket.

But for $75 a person, skiers can also take part in Stowe's winter Cliff House Summit Series on Saturdays. These are themed dinners (a jazz evening, Valentine dinner and Dominican Republic night) at a mountaintop restaurant, with the chance to ski off your meal afterward. On the gondola ride up, guests are given Vermont cider, a fleece blanket and a camp lantern to keep them warm.

For those skiers who like the idea of exploring the mountain by night, but prefer a more peaceful setting than a brightly lighted downhill slope, the Whistler Resort in British Columbia has the Lost Lake Cross Country trail system. It offers 20 miles of groomed trails that wind around the park, the grounds of the Chateau Whistler and golf courses that are open daily until 8 p.m.

But 2.4 miles of those trails are lighted from 3 to 9 p.m. What's more, skiing is free after 8 p.m. and every Monday after 3 p.m.

Even more slow paced, Keystone has the Full Moon Snowshoe Tour, a hike and a soup buffet dinner. It is open to anyone 12 and older for $35, including equipment rental.

Perhaps the most exceptional place in the world for night cross-country skiing is Finland, where it is dark most of the day during winter. At Kuusamo, in Lapland, about 25 of the 310 miles of cross-country ski trails are illuminated and have rest stops, some with fireplaces. Nonskiiers can take part in a two-and-a-half-hour snowmobile Starlight Safari, in search of the Northern Lights.

There are few safety issues associated with night skiing, as long as skiers follow the rules. Timothy White, a spokesman for the National Ski Patrol in Colorado, however, does advise night skiers to "add an extra layer for warmth, use the buddy system and never wander beyond the lit slopes."

But what do you do if the lights suddenly go out when you are skiing? To his surprise, Malcolm Hobbs, a seasoned West Coast skier, found himself in that situation a couple of years ago while skiing with his three children one evening in Utah.

"We were halfway down the slope when the lights went dark for no apparent reason," he said. "Everyone on the slope just kept laughing and talking to each other in the dark as we all tried to find our way down."

It was, he added, "not just fun, but also one of the family's more memorable ski moments."

NIGHT LIFE, OUTDOORS IN THE SNOW

In Zermatt, Switzerland (www.bergbahnen.zermatt.ch), the moonlight ski run costs 63 Swiss francs and 47.50 francs for children 9 to 16, or about $53 and $40, respectively, at 1.18 Swiss francs to the dollar. The price includes dinner and one-way transport.

At Diavolezza in St. Moritz (www.Diavolezza.ch) moonlight skiing costs 9.5 to 28 Swiss francs. At Corvatsch (www.bergbahnenengadin.ch), it is 20 Swiss francs.

Stowe Mountain Resort (802-253-3500; www.stowe.com) charges $21 to $27 for night skiing. The Saturday night Cliff House Summit Series requires reservations and costs $80.

Keystone in Colorado (800-344-8878; www.keystone.snow.com) charges $51 to ski from 4 to 9 p.m. Full Moon Snowshoe Tours ($35) are on Jan. 19, Feb. 22 and March 21; reservations required.

At Grouse Mountain in British Columbia (604-980-9311; www.grousemountain.com), night lift tickets cost 19 to 37 Canadian dollars, which is about the same amount of U.S. dollars based on current exchange rates.

A one-day adult high-season ticket at Niseko in Japan (www.niseko.ne.jp/en)is 5,200 yen, about $45 at 116 yen to the dollar. Tickets for children 7 to 15 range from 3,000 to 3,800 yen.

Night cross-country skiing at the Whistler Resort (604-905-0071; www.crosscountryconnection.bc.ca) costs 4 to 8 Canadian dollars. Family tickets are 16 dollars.

For information on skiing in the Ruka-Kuusamo area of Finland, see www.ruka.fi/winter_eng. Starlight Safari snowmobile outings are 65 euros a person, two to a snowmobile; 35 euros for ages 4 to 12.

(πηγή: www.iht.com, 9/1/2008)

6 ανθισμένοι κήποι στον κόσμο


Βοτανικός Κήπος του Goteborg, Σουηδία

Εικόνες κήπων ανθισμένων, καταπράσινων, με πλούσια βλάστηση, χώρους αναψυχής –βολευόμαστε και σε σκέτο γκαζόν, φτάνει να έχουμε μια όμορφη εικόνα απέναντί μας–, κάποιους –όποιους– συμβολισμούς να γίνονται αφορμή για συζητήσεις ή συλλογισμούς και ίσως ολίγη από ιστορία. Εικόνες που θα μας εμπνεύσουν –και θα σας εμπνεύσουν, ελπίζουμε– να ονειρευτούμε, να ταξιδέψουμε, έστω και νοερά, και να… ελπίσουμε ότι κάποια στιγμή μπορεί να έχουμε κι εμείς έναν τέτοιο κήπο λίγα τετράγωνα από την πόρτα του σπιτιού μας.

Μνημείο των Θυμάτων του Κακού, Plzen, Τσεχία
Ευρύτερα γνωστό ως «Κήπος του Διαλογισμού», το πανέμορφο πάρκο στη μικρή πόλη της Βοημίας είναι δημιούργημα του πολιτικού κρατούμενου Lubos Hruska. Μοναδικό φυσικό τοπίο, πυκνή βλάστηση, σπάνια είδη κωνοφόρων, πέτρινα αγάλματα υπό την εύγλωττη ονομασία Stations of the Cross και ένα μικρό παρεκκλήσι συνθέτουν την εικόνα που ανταποκρίνεται πλήρως στον περί διαλογισμού χαρακτηρισμό –τοπίο που χαλαρώνει και εμπνέει και μνημεία που περνούν μηνύματα - τροφή για το μυαλό.

Generalife, Γρανάδα, Ισπανία
Οι κήποι των θερινών ανακτόρων των Αράβων κατακτητών της Ιβηρικής Χερσονήσου δε θα μπορούσαν να υπολείπονται της μεγαλοπρέπειας που χαρακτηρίζει την Αλάμπρα, το φημισμένο παλάτι του οποίου αποτελούν μέρος. Περίτεχνα σιντριβάνια, πλούσια βλάστηση και μικρές, διάφανες λιμνούλες, όλα πλαισιωμένα από τα επιβλητικά κτίρια του παλατιού, ασκούν στον επισκέπτη την έλξη που τον κρατά καθηλωμένο στο σημείο αυτό περισσότερο απ’ ότι σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του μνημείου. Ξύλινα παγκάκια τοποθετημένα σε διαφορετικά σημεία των κήπων, κάτω από αναρριχόμενες τριανταφυλλιές και ολάνθιστους φυσικούς φράχτες μας καλούν να καθίσουμε για να απολαύσουμε το θέαμα όπως του αξίζει.

Κήπος του Λουξεμβούργου, Παρίσι, Γαλλία
Ευρύτερα γνωστός μεταξύ των κατοίκων της γαλλικής πρωτεύουσας ως “Luco”, ο κήπος του Luxembourg Palace, έδρας της γαλλικής Γερουσίας, στο 6ο διαμέρισμα του Παρισιού, συγκεντρώνει όλο το χρόνο πλήθη ντόπιων και ξένων επισκεπτών. Στα 224.500 τετραγωνικά του μέτρα περιλαμβάνονται μία μικρή λίμνη με βάρκες, παιδική χαρά, μία μικρή σκηνή για υπαίθριες συναυλίες και ένα εστιατόριο –όλα πλαισιωμένα από την καταπράσινη έκταση και τις πολύχρωμες συνθέσεις λουλουδιών του κήπου.

Βοτανικός Κήπος του Goteborg, Goteborg, Σουηδία
Βραβευμένος ως ο ομορφότερος κήπος της Σουηδίας το 2003 και ο τρίτος καλύτερος της Ευρώπης για το 2006, ο Βοτανικός Κήπος του Γιέτεμποργκ, που άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του το 1923, επί τη ευκαιρία της επετείου των 300 χρόνων της πόλης, εκτείνεται σε μια περιοχή 175 εκταρίων στην οποία φιλοξενούνται, ούτε λίγο ούτε πολύ, 16.000 διαφορετικά είδη φυτών και δέντρων. Από αυτά ξεχωρίζουν οι 1.500 ορχιδέες που φιλοξενούνται στα θερμοκήπια, το σπανιότατο δέντρο των Νησιών του Πάσχα, η υπέροχη «Κοιλάδα με τα Ροδόδεντρα» και ο περίφημος ιαπωνικός κήπος, με τη ζεν ατμόσφαιρα, τις αζαλέες, τις κερασιές, τις μανόλιες και τις κρυστάλλινες λιμνούλες του. Το εστιατόριο που στεγάζεται στον κήπο, το περίφημο Rock Garden, έχει βραβευθεί με τρία αστέρια Michelin.

Ιαπωνικός Κήπος Cowra, New South Wales, Αυστραλία
Ο μεγαλύτερος ιαπωνικός κήπος του Νοτίου Ημισφαιρίου δημιουργήθηκε για να αποτίσει φόρο τιμής στα θύματα της απόδρασης των Ιαπώνων αιχμαλώτων πολέμου, που κρατούνταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της πόλης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκτεινόμενος σε 5 συνολικά εκτάρια, ο κήπος σχεδιάστηκε από τον Ken Nakajima –έναν από τους πλέον φημισμένους designers ιαπωνικών κήπων της εποχής– και υποδέχτηκε τους πρώτους του επισκέπτες το 1979. Σχεδιασμένος έτσι ώστε να αποτυπώνει τις διαφορετικές μορφές του ιαπωνικού τοπίου, ο κήπος φιλοξενεί κάθε Φθινόπωρο το ετήσιο Cherry Blossom Festival, ή Sakura Matsuri.

Ανατολικοί Κήποι του Αυτοκρατορικού Παλατιού, Τόκιο, Ιαπωνία
Στη θέση όπου συναντάμε σήμερα τους φημισμένους ανατολικούς κήπους του αυτοκρατορικού παλατιού της Ιαπωνίας βρίσκονταν κάποτε τα αμυντικά τείχη –εσωτερικά και εξωτερικά– του Κάστρου Edo, κατοικίας της δυναστείας Tokugawa, που έζησε εδώ από το 1603 έως το 1867, όπως επίσης και ο Αυτοκράτορας Meiji, από το 1868 έως το 1888, οπότε και ολοκληρώθηκε η κατασκευή του νέου παλατιού. Πλούσια βλάστηση, ανθισμένες κερασιές, πολύχρωμες αζαλέες και περίτεχνα γεφυράκια πάνω από μικρές λίμνες και ποτάμια συνθέτουν μια εικόνα βγαλμένη από ιαπωνικά παραμύθια με νεράιδες, δράκους και αυτοκράτορες.

(πηγή: www.in2life.gr)

Σούπες στον κόσμο

Τα ψάρια είναι για τους μούτσους και το ζουμί για τους καπεταναίους

Στη μαγειρική η σούπα είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση, καθώς μια μέτρια σούπα ως πρώτο πιάτο μπορεί να καταστρέψει εντελώς ένα άψογο μενού που ακολουθεί. Ο ζωμός είναι απαραίτητο στοιχείο για οποιαδήποτε σούπα, είτε βράζουμε κόκαλα, είτε ψάρια ή λαχανικά. Σημαντικός από τον αρχαίο σπαρτιατικό «Μέλαν ζωμόν» ως τη σούπα από σέλινο που επινόησε η μαντάμ ντε Πομπαντούρ, για να ξυπνήσει το πάθος του Λουδοβίκου του ΙΔ', με θλιβερά όμως αποτελέσματα.

Οι διάσημοι σεφ ισχυρίζονται ότι η εκτίμηση της απλότητας είναι το πρώτο μεγάλο μάθημα και το μετέπειτα σημαντικό η απλή τεχνική, δηλαδή βράσιμο και πολτοποίηση. Τα λαχανικά βρασμένα, πολτοποιημένα και αραιωμένα με ζωμό ή κρέμα είναι τελικά ένα από τα καλύτερα παραδείγματα της απλής μαγειρικής. Και όπως ξέρετε μια ζεστή σούπα είναι ό,τι πρέπει για το κρύο.


Το αγαπημένο φαγητό του Ηρακλή ήταν ζωμός από μπιζέλια. Ο πρόγονος Αθήναιος ο Δειπνοσοφιστής στο τρίτο βιβλίο των "Δειπνοσοφιστών" (κεφ. Ι 437-443) παρωδεί μια ολόκληρη σκηνή στην οποία ο μάγειρας δημιουργεί θέμα στο δούλο βοηθό του επειδή δεν έχει καταφέρει να εκτελέσει το πιάτο (ψάρι με γάρο) με την ακρίβεια που απαιτεί η συνταγή. Στην Αθήνα ένα γεύμα δεν άρχιζε ποτέ με σούπα. Αν και οι σούπες θεωρούνταν υγιεινά και θρεπτικά φαγητά ήταν ταυτόχρονα "φαγητό των φτωχών" και γι' αυτό σ' ένα τραπέζι με καλεσμένους δεν ταίριαζε να προσφέρεις ζωμό. Στο πρώτο μέρος του γεύματος σέρβιραν χορταστικά φαγητά, και ειδικά ψάρια και πουλερικά. Έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας.

Όσο απλή και να είναι σούπα, το τελικό αποτέλεσμα πάντα περιέχει και κάτι εκτός από την πρώτη ύλη. Τα μπαχαρικά και τα ενισχυτικά της γεύσης λαχανικά, όπως τα κρεμμύδια, τα πράσα και το σκόρδο, παίζουν σημαντικό ρόλο στις πιο απλές σουπίτσες. Πολλές φορές προσθέτουν όχι μόνο θρεπτικές και γευστικές ουσίες, αλλά και θεραπευτικές. Για παράδειγμα το σκόρδο που έχει θεραπευτικά στοιχεία και είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες το κατανάλωναν σαν «φάρμακο» για διάφορες μολύνσεις, για αρρώστιες του αίματος και των πνευμόνων. Ο περίφημος Γάλλος επιστήμονας Λουί Παστέρ (μέσα 19 ου ) απέδειξε ότι το σκόρδο σκοτώνει τα μικρόβια και ο περίφημος γιατρός Άλμπερτ Σβάιτζερ στην αρχή του 20ού αιώνα χρησιμοποιούσε το σκόρδο για να θεραπεύει τον τύφο στην Αφρική. Τα κρεμμύδια και τα πράσα προσθέτουν γεύση, αλλά και θεραπευτικά και θρεπτικά στοιχεία στις σούπες.

Σούπα τραχανά ή αλλιώς η τραγανή σούπα
Μια φορά και έναν καιρό, σε κάποια πόλη της Ανατολής, ένας πασάς μαζί με τον καλύτερο του φίλο, αποφάσισαν να μεταμφιεστούν σε απλούς ανθρώπους και να απολαύσουν μια απογευματινή βόλτα στην πόλη τους. Εκείνη την περίοδο γιόρταζαν το Ραμαζάνι και καθώς γνωρίζετε, στον ένα μήνα που διαρκεί, οι Μουσουλμάνοι νηστεύουν κατά τη διάρκεια της ημέρας και τρώνε μετά τη δύση του ήλιου. Καθώς περπατούσαν, επειδή στο μεταξύ είχαν πεινάσει, συμφώνησαν ότι με τη δύση του ήλιου, θα έμπαιναν στο πρώτο σπίτι που θα συναντούσαν και θα κατέλυαν τη νηστεία, κατά το έθιμο. Πράγματι, μόλις άκουσαν τον ήχο από τον πυροβολισμό που σήμανε τη δύση του ηλίου και τη διακοπή της νηστείας, μπήκαν σε ένα σπίτι. Ο οικοδεσπότης, εάν και ήταν πολύ φτωχός, τους καλοδέχτηκε, χωρίς να γνωρίζει ότι το τραπέζι του, που ήταν κιόλας στρωμένο, θα φιλοξενούσε έναν πασά. «Καθίστε», τους προέτρεψε ευγενικά. Πάνω στο τραπέζι βρίσκονταν ένα μεγάλο μπωλ με μια σούπα που έμοιαζε με χυλό και ψωμί. Τίποτε άλλο. Μόλις ο πασάς και ο φίλος του δοκίμασαν τη σούπα αυτή, έμειναν έκπληκτοι από τη νοστιμιά της. «Πασά μου» αναφώνησε ο ακόλουθος «δεν έχω ξαναφάει τόσο νόστιμη σούπα». Μόλις ο οικοδεσπότης κατάλαβε ότι στο τραπέζι του καθόταν ένα υψηλό πρόσωπο, αμέσως σηκώθηκε από τη θέση του και του είπε: «Πασά μου ήρθες σε φτωχό σπίτι γι΄ αυτό και τρως τη σούπα του φτωχού, τη σούπα του darhane ». Από τότε, μπορεί να άλλαξε το όνομα της σούπας από νταρχανέ σε τραχανάς, αλλά παραμένει μια από τις πιο αγαπητές σούπας των λαών που κατοικούν από τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή έως το Ιράκ.


Τραχανάς ή ταρχανάς στα τουρκικά, λέξη με αβέβαιη ετυμολογική προέλευση. Το ελληνικό τραχανάς ίσως προέρχεται από το τραγανός με την επίδραση του τραχύς. Όπως και να έχει, ο τραχανάς πρέπει να είναι ένα από τα αρχαιότερα ζυμαρικά, τα οποία όπως είδαμε ανακαλύφθηκαν από τους Άραβες. Η παρασκευή του ζυμαρικού αυτού αποσκοπούσε όχι τόσο στη συντήρηση του αλευριού, αλλά του γάλακτος που είναι ένα βασικό συστατικό. Eπίσης η σούπα τραχανά αποτελούσε ένα πολύ εύκολο και θρεπτικό γεύμα για τους βοσκούς που μετακινούνταν συνέχεια.

Υπάρχουν δύο είδη τραχανά. Ο ξυνός και ο γλυκός, με πιο δημοφιλή, τον πρώτο. Ο ξυνός τραχανάς είναι ζύμη από αλεύρι και γάλα ή γιαούρτι η οποία πρέπει να μείνει για μια μέρα για να «ξυνίσει». Στη συνέχεια τον στεγνώνουν στον ήλιο και τον σπάζουν σε μικρά κομμάτια. Αφού πάρει την τελική του μορφή, τον στεγνώνουν για λίγες μέρες ακόμη κάτω από τον ήλιο. Ο ξυνός τραχανάς μαγειρεύεται ως σούπα Ο γλυκός τραχανάς παρασκευάζεται από κοπανισμένο καλαμπόκι βρασμένο σε γάλα. Μόλις το καλαμπόκι «πιει» όλο το γάλα και γίνει μια μάζα πρέπει να στεγνώσει. Όταν στεγνώσει, τρίβεται όπως και ο ξυνός. Ο γλυκός τραχανάς χρησιμοποιείται ως γέμιση και ως συνοδευτικό κρέατος, κυρίως κοτόπουλου.

Η σούπα ως πρώτο πιάτο, είναι αυτή που δημιουργεί την πρώτη εντύπωση για τις ικανότητες του μάγειρα.

Τις σούπες τις χωρίζουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους αραιούς ζωμούς (κυρίως από κρέας) και τις πηχτές (δεμένες) σούπες.

Ακόμη ανάλογα με τον τρόπο δεσίματός τους οι σούπες χωρίζονται σε διάφορες κατηγορίες:

- Σούπες-πουρέ λαχανικών : δένουν από το άμυλο που περιέχουν τα λαχανικά που πολτοποιούμε.

- Σούπες Bisque: σούπες που δένονται από πουρέ από πολτοποιημένα κελύφη από οστρακόδερμα (γαρίδες, καραβίδες, αστακούς) και κρέμα γάλακτος.

- Σούπες-κρέμα: δένονται είτε με μπεσαμέλ είτε μ' ένα λευκό roux (αυτό προφέρεται ρου)

- Σούπες βελουτέ : δένονται με κρόκους αυγών, βούτυρο και κρέμα γάλακτος.

Τα κυβάκια ζωμού έχουν επικρατήσει στην κουζίνα. Ποια η ιστορία των γευστικών κύβων που νοστιμίζουν τις σούπες μας; Ο Justus Liebig , γερμανός επιστήμονας του 19ου αιώνα, τα δημιούργησε. Στον ίδιο χρωστάμε την εφεύρεση των λιπαντικών, του βρεφικού γάλακτος, του μπέικιν πάουντερ, της δίαιτας Άτκινς και της γενικότερης άποψης περί μαγειρικής κρέατος, που μας καθοδηγεί στο σοτάρισμα και το ρόδισμα της επιφάνειας για να «εγκλωβίζουμε» τον ζωμό. Ενώ η φήμη του ήταν μεγάλη, δεν είχε βγάλει ούτε μια πατέντα για τις εφευρέσεις του.

Για τους κύβους, όλα λένε ότι άρχισαν από μια μοιραία επικοινωνία στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ένας Ευρωπαίος μηχανικός, ο οποίος δούλευε στη Αργεντινή, θέλησε να αξιοποιήσει το κρέας από τα εκατοντάδες χιλιάδες ζώα που σφάζονταν τότε μόνο και μόνο για το δέρμα τους. Το κρέας και τα κόκαλά τους τα πετούσαν, ενώ από την άλλη πλευρά του Ωκεανού η Ευρώπη πεινούσε. H ιδέα του ήταν να διατηρήσει την ουσία του κρέατος και έτσι επικοινώνησε με τον κορυφαίο χημικό της εποχής, τον κ. Liebig. Χρησιμοποιώντας την τεχνική της αφυδάτωσης, την οποία τότε χρησιμοποιούσαν στην παραγωγή της ζάχαρης, βρήκε τρόπο να πολτοποιήσει τα κόκαλα των αγελάδων, να τα μαγειρέψει με ατμό και κατόπιν να «σώζει» τον πολτό. Τα τεχνικά του πειράματα άνοιξαν τον δρόμο κι έτσι βρήκε τρόπο να «παγιδεύσει» τις γευστικές ουσίες του κρέατος μέσα σε ένα μικρό κυβάκι. Σήμερα, σχεδόν σε όλο τον πλανήτη, τα κυβάκια είναι από τα πιο κοινά και καθημερινά «μπαχαρικά» στην κουζίνα.

Διάφορα μπαχαρικά ενισχύουν τις σούπες, προσθέτοντας γεύση, θρεπτικά και θεραπευτικά στοιχεία. Ένα από αυτά είναι ο κουρκουμάς, που δίνει μια χρυσαφένια χροιά και γήινη γεύση σε πάμπολλες σούπες (ταιριάζει εξαιρετικά με καρότα και κολοκύθα). Το μπαχαρικό αυτό έχει αντιφλεγμονώδη στοιχεία, όπως έχει επίσης και το τζίντζερ, ένα μπαχαρικό με αρκετές θεραπευτικές αρετές.

Η γαλλική κουζίνα έχει να δείξει πολλά, είτε ως potage parmentier είτε ως κλασική vichyssoise, προσθέτοντας ζωμό κότας και κρέμα, βάζοντας τη σούπα να κρυώσει στο ψυγείο. Για παράδειγμα προσθέτοντας στην ίδια βάση μια χούφτα σπανάκι και λίγη κρέμα μετατρέπεται σε σπανακόσουπα. Μια κλασική, απλή γαλλική σούπα είναι η potage St. Germain, από φρέσκα μπιζέλια και τρυφερό μαρούλι, μαγειρεμένα με λίγο βούτυρο, κατόπιν βρασμένα και τέλος πολτοποιημένα. Η σούπα αγκινάρας με τρούφα είναι ένα από τα πιάτα που προτείνει ο γκραν σεφ του Guy Savoy στο κομψό του εστιατόριο. Μια από τις καλύτερες γευστικές εμπειρίες που έχει να προσφέρει το Παρίσι

Στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας θα απολαύσετε μεγάλη ποικιλία θαλασσινών. Η Πορτογαλική κουζίνα φημίζεται κυρίως για τα ψάρια, τα οστρακοειδή και γενικώς τα θαλασσινά της. Το Caldo Verde είναι η τυπική σούπα της Λισαβόνας με διάφορα λαχανικά και το Acorda σούπα από ψωμί και σκόρδο. Εξέχουσα θέση έχουν και το φίνο ελαιόλαδο, το σκόρδο και τα διάφορα αρωματικά μπαχαρικά. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο μπακαλιάρος είναι το εθνικό ψάρι και μαγειρεύεται με 365 διαφορετικούς τρόπους.

Η Ισπανία έχει τη παραδοσιακή σούπα γκασπάτσο. Κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου και επειδή τα τρόφιμα ήταν λιγοστά, οι Ισπανοί επινόησαν έναν πρωτότυπο τρόπο για να ανακυκλώνουν τα περισσευούμενα τρόφιμα: τα άλεθαν και τα έριχναν σε μια κατσαρόλα μαζί με πολτό ντομάτας και μπαχαρικά και έτσι έφτιαχναν τη σούπα gazpacho. Με αυτό τον τρόπο πετύχαιναν δύο στόχους: και τίποτα δεν πήγαινε χαμένο (ειδικά σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς) και τα στομάχια τους γέμιζαν. Η gazpacho είναι μεν παραδοσιακή συνταγή, αλλά πρακτικά μπορεί να περιέχει τα πάντα, από ψάρι και κρέας, μέχρι φακές, λαχανικά και μακαρόνια. Και το σημαντικότερο: συχνά όλα αυτά μαζί... Η περιοχή της Ανδαλουσίας φημίζεται ιδιαίτερα για το γκασπάτσο, μια περίφημη κρύα ντοματόσουπα.

Η μινεστρόνε είναι χορτόσουπα της Ιταλίας. Από τη λέξη minestra (σούπα), η minestrone, σημαίνει πηχτή σούπα, είναι φτιαγμένη από κομμάτια λαχανικών με κοφτό μακαρονάκι ή κόκκινα ξερά φασόλια. Σερβίρεται με τριμμένο τυρί, ζεστή αλλά και κρύα.

Στην Ουγγαρία έχουμε τη παραδοσιακή σούπα «Γκούλας» σε μπόγρατς και τη κοτόσουπα «Ούϊχαζι». Το κύριο γεύμα τρώγεται μεταξύ 12.00 και 14.00 και αποτελείται από τρία πιάτα. Το πρώτο είναι η σούπα εντράδα , ακολουθεί το κύριο πιάτο, συνήθως με κάποιο κρέας με λαχανικά γιαχνί. Γνωστά πιάτα της Πολωνίας είναι οι πίτες από σπόρους παπαρούνας, αλλά και το borshch σούπα από παντζάρια. Στη Γερμανία μαγειρεύουν πρωτότυπες σούπες όπως τη σούπα με σκόρδο και αμύγδαλα που γαρνίρεται με σταφύλια.

Η Κίνα έχει τα νουντλς όπου σε κάθε μπολ, πίνονται σαν σούπα. Τα νουντλς και τα λαχανικά ρίχνονται μέσα στον ζωμό, είτε από κρέας, ψάρι ή θαλασσινά και αφήνονται να βράσουν.

Στην Ιαπωνία τα καφέ θαλασσινά φύκια υπάρχουν σε διάφορες ποικιλίες και προσφέρονται για κατανάλωση. Χρησιμοποιούνται σε διάφορα φαγητά όπως το σούσι, αλλά και στη γνωστή σούπα Miso , μαζί με βραστά λαχανικά.


(πηγή: www.cucina.gr)

Οι καταρράκτες του κόσμου



Βικτόρια, Ζιμπάμπουε

Οι μεγαλύτεροι σε εμβαδόν καταρράκτες ονομάστηκαν από τον πρώτο Ευρωπαίο που τους αντίκρισε, τον περιώνυμο Dr. Livingstone –I presume– προς τιμήν της Βασίλισσας της Αγγλίας. Μέχρι τότε, το όνομά τους ήταν Mosi-oa-Tunya, ο καπνός που βροντάει –όνομα που εξακολουθεί σήμερα να χρησιμοποιείται από τους λαούς των δύο χωρών που μοιράζονται τον θεαματικότερο ίσως κάθετο ποταμό του κόσμου. Η ασυνήθιστη διαμόρφωσή τους επιτρέπει στον επισκέπτη να τους θαυμάσει στο σύνολό τους από ένα σημείο στο ίδιο επίπεδο με την κορυφή, και σε απόσταση 60 περίπου μέτρων –κοντινή όσο ελάχιστοι άλλοι καταρράκτες επιτρέπουν.

Νάτσι, Ιαπωνία

Το ιαπωνικό Όρος Νάτσι αριθμεί 48 καταρράκτες στις πλαγιές του, από τους οποίους ξεχωρίζει ο ομώνυμος, Nachi-no-taki, με ύψος 133 μέτρα και «κορνίζα» το πυκνό δάσος κέδρων και κυπαρισσιών που εκτείνεται γύρω του. Δύο σειρές πέτρινων σκαλιών, μία σε κάθε πλευρά, οδηγούν στην κορυφή του, από την οποία το βλέμμα αγγίζει τη μακρινή θέα του Ειρηνικού Ωκεανού. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αρχαία Ιαπωνία οι καταρράκτες θεωρούνταν ιεροί, ενώ ο συγκεκριμένος κατείχε το status μιας θεϊκής οντότητας. Ο παρακείμενος ναός είναι αφιερωμένος στο πνεύμα του νερού.

Giessbach,
Ελβετία

Καταπράσινες πλαγιές, χιονισμένες βουνοκορφές, λίμνες με κρυστάλλινα νερά. Το ελβετικό σκηνικό που συμπληρώνεται από έναν από τους ομορφότερους καταρράκτες της Ευρώπης δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο παραμυθένιο. Αγαπημένος προορισμός των φανατικών του rafting και του paragliding, ο Giessbach, στη Βέρνη, προσφέρεται τόσο για εξορμήσεις δράσης και περιπέτειας, όσο και για στιγμές απόλυτης γαλήνης, περισυλλογής και θαυμασμού του τοπίου. Ο ομώνυμος καταρράκτης αγγίζει σε ύψος τα 391 μέτρα, σε 6 διαφορετικά επίπεδα, προσφέροντας ένα κυριολεκτικά μοναδικό θέαμα.

Gullfoss, Ισλανδία

Ο μεγαλύτερος καταρράκτης της Ευρώπης, θεωρείται συγχρόνως ο ομορφότερος στην Ισλανδία –αν όχι σε ολόκληρη την ήπειρο. Απαλλαγμένος από κάθε μορφή ανθρώπινης παρέμβασης, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των τουριστικά εκμεταλλεύσιμων καταρρακτών του κόσμου, «περπατιέται» εύκολα μέχρι την κορυφή, από την οποία μπορείτε και να απλώσετε το χέρι για να δοκιμάσετε τη θερμοκρασία του –παγωμένου– νερού. Το τοπίο αποπνέει μια αύρα μυστηρίου, η οποία έχει εμπνεύσει αμέτρητους θρύλους στην τοπική κουλτούρα. Ένας από αυτούς λέει ότι ένας αρχαίος θησαυρός είναι κρυμμένος σε μια σπηλιά πίσω από τον καταρράκτη –και δεν είναι λίγοι αυτοί που είχαν κάποια στιγμή την παράτολμη ιδέα να τον αναζητήσουν.

Άνχελ, Βενεζουέλα

Αν κοιτάξετε από χαμηλά τον ψηλότερο καταρράκτη του κόσμου, θα αισθανθείτε πως το νερό πέφτει κατευθείαν από το ουρανό. Το ασύλληπτο ύψος του σχεδόν αγγίζει το χιλιόμετρο –για την ακρίβεια, είναι 979 μέτρα. Για να προσεγγίσετε το εντελώς απομονωμένο θαύμα της φύσης, στη μέση της περιοχής Gran Sabana, έχετε δύο επιλογές: είτε μερικές ημέρες περπάτημα –hiking, για την ακρίβεια–, κατασκήνωση και… βαρκάδα στη ζούγκλα είτε ενοικίαση μικρού αεροσκάφους DC3 με πιλότο και πτήση ανάμεσα στα βουνά. Ο δεύτερος τρόπος είναι και ο συνηθέστερος. Οι περιπετειώδεις, σημειώστε ότι το skydiving από την κορυφή του έχει λίγο καιρό που νομιμοποιήθηκε.

Νιαγάρας, ΗΠΑ

Μπορεί να μην είναι ο ψηλότερος ή ο μεγαλύτερος του κόσμου, διαθέτει όμως μία σημαντική παγκόσμια πρωτιά: είναι ο «δυνατότερος», με ροή που αγγίζει τα 2.400 κυβικά εκατοστά το δευτερόλεπτο, κατά μέσο όρο –τα μισά από τα οποία είναι εκμεταλλεύσιμα από τα παρακείμενα υδροηλεκτρικά εργοστάσια, γεγονός που χαρίζει στον καταρράκτη επάξια τον τίτλο της μεγαλύτερης πηγής υδροηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, πλήθη τουριστών κατακλύζουν κάθε χρόνο την «πρωτεύουσα του μήνα του μέλιτος» -τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους Αμερικανούς– με αποτέλεσμα η γύρω περιοχή να πνίγεται κυριολεκτικά από θεματικά πάρκα και άλλες αντίστοιχες ατραξιόν. Η τουριστική εκμετάλλευση, όμως, έχει και τα θετικά της: ο νυχτερινός φωτισμός του ύψους 51 μέτρων καταρράκτη δημιουργεί ένα φαντασμαγορικό θέαμα, που δε θα συναντήσετε πουθενά αλλού.

Ιγκουαζού, Αργεντινή

275 ξεχωριστοί καταρράκτες που εκτείνονται στο ασύλληπτο μήκος των 2,7 χιλιομέτρων δημιουργούν αναμφισβήτητα ένα θέαμα που κόβει την ανάσα. Προσθέστε στο γεγονός αυτό το ύψος των 82 μέτρων, τα μπαμπού, τους φοίνικες και την τροπική βλάστηση που τους πλαισιώνει, τους εξωτικούς παπαγάλους και τα μακάο που την κατοικούν και θα καταλάβετε γιατί οι καταρράκτες αυτοί είναι από τα δημοφιλέστερα μέρη στην Αργεντινή.

Ουζούντ, Μαρόκο

110 μέτρα σε δύο διαφορετικά επίπεδα συνθέτουν τον εντυπωσιακότερο καταρράκτη της χώρας, που δανείζεται το όνομά του από τη βερβέρικη λέξη για την ελιά –προς τιμήν των δέντρων που ρίχνουν την πλούσια σκιά τους στο μονοπάτι που οδηγεί στον καταρράκτη. Το φαράγγι του ποταμού El Abid προσφέρεται για trekking, ενώ αν μείνετε μέχρι το λυκόφως θα έχετε την ευκαιρία να παρατηρήσετε τα κοπάδια των μαϊμούδων που ζουν εδώ.

Kjelfossen, Νορβηγία

Ένας από τους ψηλότερους καταρράκτες του κόσμου, με συνολικό ύψος που αγγίζει τα 755 μέτρα, ανήκει στην περιοχή Aurland της επαρχίας Sogn og Fjordane και βρίσκεται κοντά στο σταθμό λεωφορείων Flamsbahn. Το 1951 σε μία από τις πλαγιές του δημιουργήθηκε ένα πλάτωμα (σαν στάση) για τα λεωφορεία, έτσι ώστε οι ταξιδιώτες να μπορούν να κατέβουν και να τον φωτογραφίσουν. Η στάση αυτή βρίσκεται 4 χιλιόμετρα περίπου από το σταθμό Myrdal σε ένα ύψωμα 670 μέτρων πάνω από τη θάλασσα. Κατά τους θερινούς μήνες που έχει και τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα διοργανώνονται στις πλαγιές δίπλα στον καταρράχτη χορευτικά δρώμενα με πρωταγωνίστριες μαθήτριες της Νορβηγικής Ακαδημίας Μπαλέτου.

Purakaunui, Νέα Ζηλανδία

Ένα παραμυθένιο σκηνικό στο νότιο άκρο του νότιου νησιού της Νέας Ζηλανδίας έμελλε να γίνει μια από τις πλέον διαδεδομένες εικόνες της νησιωτικής χώρας και να προσελκύσει πλήθη επισκεπτών μετά την απεικόνισή της στο εθνικό γραμματόσημο του 1976. Τρία μόλις χιλιόμετρα πριν την εκβολή του ομώνυμου ποταμού στον Ειρηνικό Ωκεανό, και πέντε χιλιόμετρα από τη μικρή πόλη Owaka, οι ύψους 20 μέτρων καταρράκτες αποτελούν κομμάτι μιας καταπράσινης προστατευόμενης περιοχής που εκτείνεται σε 5 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

(πηγή: www.in2life.gr)

Αν είστε ελεύθεροι, 10 μέρη για εσάς...

Ahh ... the single life. Freedom to do what you want, how you want, when you want — but if all that alone time is getting a bit, well, lonely, head to one of the places we've picked as tops for singles looking to pair up, hook up, or shack up. Meet your match while dancing the tango, have a date with a power-hungry politician-in-training, or head to a hotel with rates by the hour — whatever you're into and whoever you're looking for, your chances of a successful love match increase with every visit to one of our great-for-singles destinations.

1. Amsterdam
Singles set off to freewheeling Amsterdam in droves for the ultimate in boys-being-boys and girls-gone-wild escapades, mesmerized by the city's free-thinking, live-and-let-live mantra. With a Dutch policy structured on controlling what it can't efficiently outlaw, illegalized American no-nos like marijuana (widely available in Amsterdam's ubiquitous coffeeshops) and even prostitution (witness the notorious Red Light District) are both permitted and regulated here. Should you find a fellow single that piques your interest, start your love affair with a hand-in-hand stroll along the 1000+ bridges that span the city's 160 canals.

2. At sea
While cruising has long been regarded as a couples sport, the tides are now turning, with many singles looking to meet their mate on the high seas. Carnival and Royal Caribbean boast a party atmosphere and attract lots of unattached cruisers, while the tall ships of Windjammer Barefoot Cruises host a handful of singles-only voyages throughout the year with a carefully balanced mix of men and women aboard. Though most all cruise ships host singles mixers during the first day or two, special singles-themed cruises are gaining popularity and are a guarantee for meeting other travelers looking for love.

3. Buenos Aires
Beautiful and bountiful characterizes the singles scene in cosmopolitan Buenos Aires. ToursGoneWild.com, a guide for singles on the move, offers packages with VIP perks to the best A-list clubs, but even if you don't luck out with one of the stunning models that frequent them, there's still plenty of opportunity to meet a fellow single. The popularity of the tango means lots of willing dance partners in Buenos Aires are looking to pair up, and we can't think of a better way to forge a romance than while dancing one of the world's most seductive dances. Even if you come home alone, knowing a few tango moves will certainly be advantageous in your next love affair.

4. Juneau
Legend has it that men outnumber women 2-1 in Alaska — and although actual census data doesn't give the ladies quite such odds, it's nonetheless true that more men than women do live in the 49th state. The new TV series “Men in Trees” is based on this notion, where available men seem to "grow on trees" in small-town Alaska. Burly outdoorsmen who can build a cozy fire (without Duraflame) and take on a grizzly abound, particularly in "bush Alaska" where miners, trappers, and fishermen live. City gals who love fur hats and lipstick equally can descend on the capital, Juneau, for a bit of cosmopolitan flair.

5. Las Vegas
With a motto like "What happens in Vegas stays in Vegas," its no surprise that Sin City is rife with opportunities to misbehave. Single guys and gals flock here from around the globe, many in town for the hedonistic tradition of the bachelor / bachelorette party and looking for love (though perhaps of the one-night variety). There's always a chance that you'll meet that special someone and cap off the night with a spontaneous walk down the aisle of a famed Vegas chapel. The nightlife is legendary — from bars and clubs to strip joints and cabarets — so whether or not you manage to hook up here, a good time is guaranteed.

6. Miami
With a reputation for bikinis, beaches, and beautiful bodies, a visit to Miami is sure to put you in the mood for love, or at least a fling. But it's not just sun and sand — Miami is also a diverse, cosmopolitan city with plenty of options for singles. Try salsa lessons to pick up some dance moves (as well as a date), check out the thriving gay scene, visit a bookstore with music and readings if you're literary-minded, and hit the dance clubs to rub shoulders with celebrities. The culturally inclined can also check out the newly hip galleries and art scene — perfect for chatting up artsy types.

7. New York
If you're on the lookout for a lady with style, sophistication, and street smarts, New York is the obvious place to start your search. Gentlemen take note, the world's culture capital is brimming with single ladies — National Geographic claims there are 185,000 more available women than men in the New York metro area! No wonder those gals from “Sex and the City” had such a hard time finding guys! There's no shortage of nightlife spots where you might meet that special someone, and with a lifetime's worth of restaurants, museums, concerts, and so much more, you'll never have to go on same date twice.

8. Rome
Ciao bella (hello beautiful). It's easy to feel like Sylvia in Fellini's “La Dolce Vita” when showered with attention from Italian men in Rome. This dark and handsome breed flirts just as often and as naturally as he breathes and American women may find it hard to resist his charming swagger and poetic whispers. Compliments and stares aside, Italian men, if given the chance, will woo their ladylove over Chianti and carbonara under starry skies on the Piazza Navona. And whether or not you find eternal love in the Eternal City, you're bound to get a taste of la dolce vita — and perhaps a fling with your very own Casanova.

9. Tokyo
Renting hotel rooms by the hour is certainly no foreign concept, but when you do it in Tokyo, it's definitely (slightly) less sleazy. In a city where privacy is at a premium, couples in search of some alone time visit one of the city's Love Hotels (also called couples' hotels and boutique hotels), mostly found in the Shibuya district. Recognizable by their hourly and overnight rates — often posted outside — the emphasis here is on discretion: rooms are typically selected via push button, keys arrive via pneumatic tube or clerk behind dark glass, and multiple hotel exits facilitate clandestine escapes. Rooms, meanwhile, are decked out with everything from mirrored ceilings, to bathtubs for two, and even Karaoke on demand. If you're a singleton on the prowl in Tokyo, you shouldn't have a problem finding someone to share the experience with you.

10. Washington, DC
Henry Kissinger once said "power is the greatest aphrodisiac," and if you subscribe to that theory, there's no better place for you than Washington, DC, where love and politics converge. Democrats and Republicans alike debate (and flirt) over drinks everywhere from intimate lounges to rowdy sports bars, while the capital's monuments and museums make for romantic backdrops when lit up at night. With a tantalizing mix of transplants from all over the U.S. and abroad, you're sure to make some interesting — and hopefully high-powered — connections.

(πηγή: www.msnbc.msn.com, 1/11/2007)

Το σούμο θύμα της ιαπωνικής νεωτερικότητας

Τα προβλήματα που πλήττουν το αρχαίο ιαπωνικό άθλημα του σούμο φαίνονται τυχαία και άσχετα μεταξύ τους. Ενας αρχιπαλαιστής διαγράφηκε από την ένωση σούμο και μπορεί να του απαγγελθούν κατηγορίες επειδή σκότωσε στο ξύλο έναν 17χρονο μαθητευόμενο.

Ενας από τους δύο μεγάλους πρωταθλητές, ο Μογγόλος Ασασόρου, είναι τιμωρημένος επειδή δήλωσε τραυματισμό και μετά γύρισε στην πατρίδα του τη Μογγολία και άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο. Επίσης κατηγορείται ότι στήνει τους αγώνες του με τους άλλους παλαιστές, μεταξύ αυτών και με τον άλλο μεγάλο πρωταθλητή, που επίσης είναι Μογγόλος.

Μόνιμη διαμάχη
Εκεί που τα πράγματα έμοιαζαν ότι δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα, μία γυναίκα προσπάθησε να σκαρφαλώσει στο υπερυψωμένο ριγκ του σούμο, που θεωρείται απαγορευμένο για τις γυναίκες. Στην παράδοση του σούμο, οι γυναίκες θεωρούνται ακάθαρτες και δύο γιγάντιοι παλαιστές του σούμο όρμησαν να τη σταματήσουν. Ολα αυτά τα προβλήματα έχουν τις ρίζες τους στη μόνιμη ιαπωνική διαμάχη ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα. Πρέπει το σούμο, όλο και λιγότερο δημοφιλές μεταξύ της νεολαίας, να αλλάξει ή να μείνει το ίδιο;

Στην πραγματικότητα, το σούμο έχει υποστεί μεταβολές σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του, οπότε η απάντηση στο ποιες είναι οι πραγματικές παραδόσεις του δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη.

H παρενόχληση και η βίαιη τιμωρία των μαθητευόμενων πάντως περιλαμβάνεται στις καλώς ή κακώς εννοούμενες παραδόσεις. Ο 17χρονος Τακάσι Σαΐτο πέθανε αφού ο αρχιπαλαιστής τον χτύπησε με ένα μπουκάλι μπίρας στο κεφάλι, ενώ οι γηραιότεροι παλαιστές τον χτυπούσαν με μεταλλικά ρόπαλα στην προπόνηση. Ο Σαΐτο είχε προσπαθήσει δύο φορές να το σκάσει από την παλαίστρα, όπου οι αθλητές ζουν νύχτα-μέρα.

«Οταν ήμουν μικρός, ήταν δεδομένο ότι οι δάσκαλοι στο δημοτικό και στο γυμνάσιο θα μας τσάκιζαν στο ξύλο» έγραψε ο σκηνοθέτης Τακέσι Κιτάνο στο εβδομαδιαίο περιοδικό Σουκάν Ποστ. «Οι καιροί έχουν αλλάξει, μόνο ο κόσμος του σούμο επιμένει στο καουαϊγκάρι (σωματική τιμωρία). Τώρα το πληρώνει».

Αλλοδαποί στις παλαίστρες

Τον παλιό καιρό, ψωμομένοι έφηβοι από φτωχές αγροτικές οικογένειες έρχονταν στην πρωτεύουσα και έμπαιναν εσωτερικοί σε μία παλαίστρα. Ακόμα και σήμερα, οι αθλητές του σούμο ζουν δύσκολη ζωή στις παλαίστρες, όπου κάνουν όλες τις δουλειές και υπηρετούν τους παλαιότερους στην ιεραρχία.

Η Ιαπωνία έγινε πλουσιότερη, οι αγροτικές περιοχές δεν έχουν πια νεολαία, ενώ όλο και λιγότεροι έφηβοι θέλουν να ζήσουν τόσο αυστηρή ζωή. Πέρυσι, στις παλαίστρες μπήκαν μόνο 84 νέοι Γιαπωνέζοι, οι μισοί απ ό,τι πριν δέκα χρόνια. Για να ισοφαρίσει τις απώλειες, η ομοσπονδία σούμο έδωσε το πράσινο φως στους ξένους, αν και επέτρεψε μόνο έναν ανά παλαίστρα. Παρόλο που από τους 723 παλαιστές του σούμο, μόνο 61 είναι ξένοι, έχουν σαρώσει την κορυφή. Δεν υπάρχει Ιάπωνας που να προετοιμάζεται να γίνει μεγάλος πρωταθλητής.

Ειδικά ο μεγάλος πρωταθλητής Ασασόρου είναι κόκκινο πανί για τους οπαδούς της παράδοσης. Αν και εξαιρετικός παλαιστής, δίνει την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει την Ιαπωνία ως τόπο δουλειάς, ενώ η καρδιά του χτυπά στη Μογγολία. Κατά καιρούς επιδεικνύει μέσα στο ρινγκ συμπεριφορές (π.χ. οργή) που οι επικριτές του θεωρούν ότι δεν ταιριάζουν με την «αξιοπρέπεια» ενός μεγάλου πρωταθλητή. Πρόκειται για μία ασαφή αρετή που μερικές φορές απλώς σημαίνει ότι δεν είναι αρκετά Γιαπωνέζος. Και εκτός όλων αυτών, προσποιήθηκε και τον τραυματία. «Αν ήταν Ιάπωνας μεγάλος πρωταθλητής, τώρα θα είχε υποβάλει την παραίτησή του» είπε ο Κουνιχίριο Σουγκιγιάμα, εκφωνητής αγώνων σούμο στην κρατική τηλεόραση εδώ και τέσσερις δεκαετίες.

Ο Σουγκιγιάμα υποστηρίζει ότι το σούμο είναι λιγότερο άθλημα και περισσότερο πολιτιστική κληρονομιά που πρέπει να προστατευτεί από «πεινασμένους» ξένους που προέρχονται από χώρες με χαμηλό βιοτικό επίπεδο.

Παράδοση και κληρονομιά
Το σούμο λέγεται ότι είναι τόσο παλιό όσο και η Ιαπωνία. Ομως, το επαγγελματικό άθλημα, όπως το αναγνωρίζουμε σήμερα, δεν έχει παράδοση μεγαλύτερη των τριών αιώνων. Επίσης, τα πρωταθλήματα, ο θεσμός του μεγάλου πρωταθλητή ως ενσάρκωση του ιδεώδους του σούμο και άλλα κεντρικά στοιχεία του σημερινού σούμο καθιερώθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα – ακριβώς την εποχή που ένα νέο άθλημα, το μπέιζμπολ, εισέβαλε στην Ιαπωνία.

Το 1930, οι αρχές επιχείρησαν να τονίσουν τη σχέση του σούμο με τη σιντοϊστική θρησκεία, ξαναχτίζοντας τη στέγη πάνω από το μεγαλύτερο ρινγκ του σούμο σε σχήμα στέγης σιντοϊστικού ναού. Το 1950 εισήχθη η έννοια της «αξιοπρέπειας» των μεγάλων πρωταθλητών. «Το σούμο τρέφει μια συγκεκριμένη εικόνα της Ιαπωνίας, την εικόνα μιας χώρας όπου ζουν οι παραδόσεις 1.000, 1.500 ή 2.000 χρόνων» λέει ο Αμερικανός ειδικός στο σούμο Λι Τόμσον.

«Γι’ αυτό, η έκκληση προς την παράδοση επικρατεί αντί πολλών άλλων πραγμάτων. Αν αρνηθείς την παράδοση ή αν πεις ότι δεν είναι σημαντική, το όλο πράγμα καταρρέει».

(πηγή: news.kathimerini.gr, 2/11/2007)

Στις κουζίνες του κόσμου

Ποια είναι τα καλύτερα εστιατόρια του Παρισιού; Πού θα πιείτε τη γευστικότερη μπίρα στην Αυστρία; Ποιες είναι οι σπεσιαλιτέ της Βραζιλίας; Πώς μπορείτε να κλείσετε από το σαλόνι του σπιτιού σας τραπέζι για την επόμενη εβδομάδα, όταν θα βρίσκεστε στη Νέα Υόρκη; Ποιο είναι το αγαπημένο φαγητό των Ρώσων και ποια εστιατόρια πρέπει να αποφύγετε στη Σιγκαπούρη; Προτού φτιάξετε τις βαλίτσες σας ανοίξτε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή σας και ταξιδέψτε με το ποντίκι σας στις κουζίνες όλου του κόσμου.

ΚΙΝΑ www.chopstix.com
Χρήσιμες πληροφορίες για την κινεζική κουζίνα, τα παραδοσιακά πιάτα της και το πάντρεμα των ασιατικών γεύσεων. Μην αμελήσετε να ρίξετε μια ματιά στη λίστα με τους κανόνες καλής συμπεριφοράς στο κινεζικό τραπέζι π.χ., "όταν τρώτε κρέας με ξυλάκια μη διστάσετε να φτύσετε τα κόκαλα στο τραπεζομάντιλο".

ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ www.indochef.com
Ολες οι πληροφορίες για να γνωρίσετε τη γευστικότατη κουζίνα της Ινδονησίας, χωρισμένες ανά περιοχή.

ΙΤΑΛΙΑ www.dolcevita.com
Η αγαπημένη ιστοσελίδα όλων όσοι πρόκειται να ταξιδέψουν στη γειτονική μας χώρα. Αμέτρητες διευθύνσεις, πληροφορίες και χρήσιμα tips (π.χ., εύχρηστο λεξικό για τις παραδοσιακές τοπικές σπεσιαλιτέ που θα συναντήσετε σε αρκετές επαρχίες) για την πεντανόστιμη κουζίνα των Ιταλών.

ΡΩΣΙΑ www.ruscuisine.com
Ο,τι έχει σχέση με το ρωσικό τραπέζι θα το βρείτε σε αυτή την άρτια οργανωμένη ιστοσελίδα.

ΙΑΠΩΝΙΑ www.japanweb.co.uk/listing/index.htm
Ξέρατε ότι ένα από τα αγαπημένα πιάτα είναι τα "αβγά-μάτια"; Τροποποιούν, βέβαια, λίγο τη συνταγή προσθέτοντας στο τηγάνι λίγη σος σόγιας, αλλά τα υλικά και ο τρόπος παρασκευής είναι ίδια.

ΗΠΑ www.foodline.com
Ενας ενημερωμένος κατάλογος των εστιατορίων 24 αμερικανικών πολιτειών στα οποία μπορείτε να κάνετε κράτηση μέσω του υπολογιστή σας. Επίσης στην ίδια ιστοσελίδα θα βρείτε πρακτικές πληροφορίες από ντόπιους χρήστες της διεύθυνσης οι οποίοι σας προτείνουν τα κατάλληλα εστιατόρια για τα διάφορα γεύματα της ημέρας μεσημεριανό στο Λος Αντζελες, δείπνο στη Νέα Υόρκη κτλ.

Υπέροχα κάστρα σε όλον τον κόσμο (2)




















Bojnice Castle
Located in Slovakia, it is also one of the oldest and most distinguished of Slovak fortresses. The first written records of its existence come from 1113 in a document from the Zobor abbey. In this Latin written document King Koloman confirmed the property as belonging to the Benedictine monastery of St. Hypolita in the upper Nitra. Originally the fortress was made from wood and grew out of the older fortress. Gradually over the 13th century it was built up from stone as property of the Poznanovec family. The outer walls of the fortress were shaped according to the uneven rocky terrain, so creating the irregular outline with extended fortification.




















Castle Doorwerth (Holland)

Doorwerth Castle was known, in earlier times, as Dorenweerd Castle. The present spelling of its name dates from around 1800. The first, probably wooden, castle is first mentioned in 1260 when it was besieged and burned to the ground as a result. The castle was rebuilt then left in ruins 2 more times. The castle suffered heavily in 1944 when it was transformed into a cheerless ruin as a result of German destructiveness and Allied shelling. Directly after WW II a lengthy restoration followed that lasted until 1983. The Doorwerth Castle is now back to it’s 18th century state.






















Lednice Castle
The present appearance of Lednice is a result of the Neo-Gothic reconstruction of 1846 - 1858, designed by Georg Wingelmuller. However, the constructional development of the present Romantic building began as early as the Middle Ages in connection with the noted House of Liechtenstein, which utilized Lednice for representation purposes since the 18th century.






















Bodiam Castle
Bodiam Castle is a quadrangular castle located in East Sussex, England. It was built in 1385 by Sir Edward Dalyngrigge, a former knight of Edward III, supposedly at the request of Richard II in order to defend the surrounding area from French invasion.






















Chateau de Chenonceau

The Chateau de Chenonceau, near the small village of Chenonceaux, Loire Valley in France, was built on the site of an old mill on the River Cher, sometime before its first mention in writing in the 11th century. The current manor was designed by the French Renaissance architect Philibert Delorme in the 1500’s which was the third castle constructed on the site.




















Belsay Castle
Belsay Castle is a 14th century medieval castle situated at Belsay, Northumberland, England. The main structure, a substantial three storey rectangular pele tower with rounded turretts and battlements was constructed about 1370, and was the home of the Middleton family.





















Upper Belvedere Palace

The Belvedere is a baroque palace complex built by Prince Eugene of Savoy in the 3rd district of Vienna, Austria, south-east of the city centre. In 1717, the decision was made to build the Upper Belvedere. Construction took place between 1721 and 1722 and the interior decoration was completed the following year.




















Lulworth Castle

Located in Dorset, England, the Lulworth Castle is a dramatic early-17th century hunting lodge. The mock castle was built in 1607 - 10 by Thomas Howard, 3rd Viscount Blindon. He was a member of the huge Howard clan who were in great favour at the court of James I and had his principal seat at nearby Blindon Abbey.




















Chateau de Vaux-le-Vicomte
The Chateau de Vaux le Vicomte is a French Baroque chateau located in Maincy, near Melun, in France. It was built from 1658 to 1661 for Nicolas Fouquet, Marquis de Belle-Isle (Belle-Ile-en-Mer), Viscount of Melun and Vaux, the superintendent of finances of Louis XIV




















Eilean Donan Castle

Located on the small island of Eilean Donan in Scotland. The original castle was built in 1220 for Alexander II as a defence against the Vikings. In April 1719 the castle was occupied by Spanish troops attempting to start another Jacobite Rising. The castle was recaptured, and then demolished, by three Royal Navy frigates on 10–13 May 1719. The castle was restored in the years between 1919 and 1932 by Lt. Col. John MacRae-Gilstrap























Craigdarroch Castle
Craigdarroch Castle in Victoria, British Columbia, Canada is a historic, Victorian-era mansion. It was constructed in the 1890s as a family residence for the wife of wealthy coal baron Robert Dunsmuir.




















Goluchow Castle

Located in Poland, the Goluchow Castle was originally a defence structure built for Rafal Leszczynski around 1650. Later, to be turned into a stately magnate residence by Rafal’s son, Waclaw, one of the Republic of Poland - Lithuania’s most prominent citizens. Two and a half centuries later Izabela of the Czartoryskis Dzialynska, who then owned the Castle, had it restored in the style of the French Renaissance.




















Matsumoto Castle

Matsumoto Castle is one of Japan’s historic castles. Located in the city of Matsumoto, in Nagano Prefecture. It is believed much of the castle was completed in 1593-4. This castle is also called Crow Castle because of its black walls and spreading wings. It is an example of a flatland castle, not being built on a hilltop or amid rivers.

(πηγή: 1nf0rmat10n.com)

Η κρυφή ζωή του Τόκιο















IT was the middle of the night as a Japanese skateboarder and concert promoter named Chris led me through Tokyo's Shibuya district — a sort of futuristic Times Square — with its hyper-commercial vertical sprawl of glass office towers and flashing neon billboards advertising the latest cellphones and pop stars. We threaded past the sleeping shopping malls and shiny multiplexes, down a series of winding streets and through a stone pedestrian tunnel, until we emerged beneath raised train tracks.


In what seemed like a prewar red-light district, dozens of pocket-size bars are tucked in a long, ramshackle shed that was pieced together shanty-style with slabs of corrugated metal, mismatched wooden boards and battered shoji rice screens mended with newspapers and ragged cloth. We trolled up and down until Chris found a particular dusty glass window.

He looked through a peephole, but instead of going through the front door, we ducked down a small side alley, where an older woman, presumably the owner, greeted Chris by name and bowed. After trading our sneakers and stiletto boots for Japanese house slippers, we slipped inside the club, Shisui.

It was a cramped space, with a few older men sitting at a thatched bamboo bar. The hostess pointed to a ladder and up we climbed into an even smaller room, furnished with nothing but a straw mat, a few cushions and a low table. A kimono clown doll and a dusty wooden guitar hung on the wall — boho signs, Chris pointed out, of the Ben Harper-listening, yoga-taking skater set who have adopted this as their unofficial, V.I.P.-only clubhouse that fits about four. A very elite club by the size of things.

Such hidden nightspots have become all the rage among a certain Tokyo set — weaned on anime and text messaging — that has graduated from dancing under the strobe lights at big Western-style nightclubs. Infused with a knowing, postmodern nostalgia for pre-Sony Tokyo, these hard-to-find hangouts feel as intimate as living rooms and are often just as small. They are not advertised on party fliers or virally hyped on Mixi — Japan's answer to MySpace — but, oddly enough for a society intravenously hooked up to high-speed gadgetry, traded solely by word of mouth.

Tokyo, especially after dark, is notoriously hard to penetrate. With its winding mazelike streets, the city is a challenge for even seasoned taxi drivers. (Many bicyclists have GPS devices on their handlebars.) So imagine hunting down the restaurants, bars and clubs that are stashed away in patchwork alleys, nondescript apartment buildings, faceless office towers and basement stairwells illuminated by red bulbs.

Discreet, out-of-the-way bars have been a staple of Japanese culture for decades. Before World War II, Tokyo was filled with these pocket-sized dives — called nomiya (counter bars) — with space for just six or seven stools. Behind the counter was a proprietor, whose role was both confidant and caregiver to the regulars. When the city was rebuilt, however, most were bulldozed in favor of larger, glossier, more Westernized offerings.

Now a younger, postwar creative class is reviving nomiya culture — with a decidedly modern spin.

“I don't go out that often, but when I do, I like to go to these little secret places,” said the contemporary artist Takashi Murakami, tinkering with a trademark anime sculpture. “There is something very familiar and personal about them that I find comforting. They may have a modern design, but the feeling is more like traditional Japan.”

For those looking to trade their track suits for a kimono, the retro-chic is partly a reaction to Tokyo's bloated cosmopolitan nightlife, which continues to be dominated by huge dance clubs with aspirational American names like Harlem, Air and Unit. One of the more popular these days is Womb in Shibuya, which draws thousands on Friday nights dressed in almost identical T-shirts and limited-edition sneakers, dancing to techno under blue lights, a giant disco ball and the ubiquitous chill-out lounge with white vinyl banquettes.

Hidden bars, by contrast, are as Japanese as geishas and toro. Some, after all, are the unadulterated originals, built as brothels before the war, and somehow overlooked by bulldozing developers.

The largest remaining tract is Golden Gai, a ghetto of vintage bars on a bamboo-lined backstreet in the Shinjuku district that is clogged with so-called hostess bars. In the 1960s and 70s, when prostitution moved elsewhere, the Golden Gai became a refuge for boozy intellectuals, including the writers Yukio Mishima and Akiyuki Nosaka. (It is also where Wim Wenders filmed scenes for his 1985 documentary, “Tokyo-Ga.”)

On a Tuesday evening last January, the narrow alleys of Golden Gai still exuded a seedy air, lined with a few rusty chairs and mops leaning against walls. A bar, Flapper, retained its forlorn plastic sign, a cartoonish silhouette of an hourglass-shaped temptress, with red letters rendered in a pre-computer font. Through a crack in the door, I spied a rumpled, bleary-eyed bartender holding court with a group of young men in crisp jeans and expensive sweatshirts.

It was 2 a.m. when the taxi let us out at a vegetable market. Metal grates were pulled down, the aisles were empty and bits of lettuce were strewn on the concrete. We pushed aside a quiltlike curtain and stepped into Oiwa (Big Rock), a tiny sepia-toned room with jugs of amber liquor that looked like Asian moonshine, a few Polaroids tacked to the wall and wooden sculptures carved by the owner. The wallpaper was so shoddily applied it sagged like old canvas.

Mr. Klose and his entourage slouched on the five stools. Without even asking, the owner fired up a two-burner hot plate and whipped up buckwheat soba noodles and omelets. When two new people crammed in, the conversation flowed like an intimate dinner party — a rarity in a society that frowns on small talk among strangers.

THERE'S a new focus on traditional culture developing among my Japanese friends,” Mr. Klose said. “They are starting to wear kimonos and reject the Western ideology pushed on them by their parents' generation. I think it's the new punk.”

Sampling Japanese tradition as a way of subverting stereotypes is also a theme in contemporary art. At the Mizuma Art Gallery in Meguro and at the Mori Art Museum, emerging artists like Hisashi Tenmyouya, Makoto Aida and Fuyuko Matsui are using Nihonga — a traditional painting style that uses mineral pigments and charcoal — in a way that imbues their drawings of flowers, birds and mountains with social awareness.

Flowers and birds are not exactly common in modern Tokyo, a city of impersonal glass towers and seedy boulevards. The closest thing to a mountain may be Roppongi Hills, a sprawling four-year-old complex with cinemas, apartment towers and the Mori museum centered around the 54 story Mori Tower, neatly mapped out in an air-conditioned and artificially illuminated grid marked with a giant M that looks like the ruling empire out of a science fiction movie. The gritty and low-tech aesthetic of hidden bars, by contrast, feels positively homey. That's true even when the nomiya has been tricked out beyond recognition.

After our impromptu late-night snack at Oiwa, we headed down the alley to Piano Bar, hidden behind an ornate wooden door. A couple of years ago, several young upstarts took over the shoebox-size space and remodeled it in King Arthur style. Crystal chandeliers were hung from the ceiling, a faux fireplace mantel installed and the walls covered in red velvet and gold frames.

Despite the tight fit — the cumulative floor space felt as large as a genie bottle — the three Japanese men with Beatles Liverpool-era haircuts sitting on the velvet cushioned stools invited us to join them and the drinks began to flow.

This hidden-bar craze may have its roots in retail. More than a decade ago, a streetwear label, A Bathing Ape, opened an unmarked shop in a deserted part of Tokyo. It became an instant hit in the fad-obsessed, brand-saturated city. Copycats sprouted.

“Everyone knows that the best stuff in Tokyo is in a small room on a little side street,” said Nicole Fall, a trend spotter who recently started a concierge service, Bespoke Tokyo, that helps tourists find the city's secret treasures.

“Not Found,” an appointment-only clothing boutique that opened last winter, is among the latest to play this card. Wander down a main thoroughfare in Azabu Juban near Roppongi and you might stumble across it. From the sidewalk, it looks like just another concrete office building with a signless door. The rail-thin space, which carries only a few articles of precious clothing hanging behind thick-glass displays, was opened by the 33-year-old founder of a tech company as a sort of luxe closet for his closest friends.

“Imagine trying to find the words ‘Not Found' on Google,” Ms. Fall said. “There's about a million entries. It's brilliant camouflage. Japanese are hobbyists and obsessives. They'll trek to a little town so they can eat a certain type of asparagus or mushroom that's only available a few days out of the year because that's when it's in season.”

Hidden bars, of course, tap into the same desire to be in the know. They are as exclusive as a limited-edition sneaker, and addresses are guarded by their patrons like PIN numbers.

That might explain the white-hot popularity of Casba, a groovy haunt in Shibuya that draws fashion elites like the Rei Kawakubo and Marc Jacobs. From the sidewalk, it is virtually undetectable; the only clue is a little sign, no larger than a desk lamp, at the bottom of a dark stairwell.

But at about 3 a.m. on a winter night, a stream of taxis began pulling up to this gray apartment building. Inside, the scene resembled a fashion photo shoot, with Japanese surfers mingling with beau monde types in what looked like a 1970s California living room, with turquoise banquettes and shag pillows.

Reiko, the owner, flitted about in a leopard-print mini-dress and pink tights, greeting guests with hugs and gossip. To be accepted into this clique, one must befriend Reiko. Her approval, it turns out, is granted if she shows you her Polaroids or, better yet, takes one of you.

Mark Dytham, a British architect who is an owner of a gallery-cum-nightclub, Super Deluxe, took me there. The secrecy cultivated by a bar, he explained, serves the same weeding-out function as a velvet rope, but in a Japanese way. The Japanese, according to Mark, are shy and polite by nature, and don't like to use the word no.

“If you are intruding on a close-knit scene, the proprietor will ignore you and maybe overcharge you,” Mark said. “You won't be asked to leave, but you will want to leave.”

We stayed several hours, until Reiko came by with her camera.

Hidden bars have become so pervasive that like all trends, they are beginning to seep into the mainstream. Le Baron, a branch of the celebrity-packed Parisian club, opened near Omotesando Street last December. Marc Newson, the product and furniture designer, is an owner.

It's not easy to find. After getting lost, wandering down narrow lanes and dead-ending at darkened storefronts, we finally spotted a single neon pink “B” next to an empty parking lot. The doorman nonchalantly directed us to the basement, which looked like a sex club in a Hong Kong action film, with pin-size red lights and sealed Plexiglas stripper booths.

There were model types from Paris grooving on the elevator-size dance floor, a filmmaker from New York, a couple of graphic designers from Seoul and a Mexican fashion designer enthroned on a chocolate leather club sofa who called himself Jesus. Apparently, they were all in on the secret.

VISITOR INFORMATION
The hidden bars, clubs and restaurants of Tokyo are intentionally hard to find. Here is a sample of the hundreds concealed behind unmarked doors and down shadowy stairwells. If possible, call ahead for detailed directions and, in some cases, reservations to guarantee admission.

BARS
The Tokyo outpost of the Parisian fashion hangout Le Baron (Aoyama center Building, Minami-Aoyama Minatu-ku; 81-3-3408-3665; www.lebaron.jp) is one of the few intimate dance clubs in the city. Owned partly by the design superstar Marc Newson, it is tricked out in high bordello kitsch, with gentlemen's club leather couches and lots of burlesque red.

In the shadows of the high rises and train tracks in Shibuya is Nonbeiyokocho, or Drunkard's Alley (1-25-10 Shibuya, Shibuya-ku), a cluster of alleyway bars that can fit 5 to 10 people. There are no exact addresses, so peek through the key-sized peepholes before entering. Piano Bar (81-3-5467-0258) is out of King Arthur, with red velvet-covered walls and a small piano. Tight Bar (81-3-3499-7668) is a retro-future lounge with white tiles and rounded, space age windows. And Shisui (81-3-3407-2371) is a prewar throwback with a worn wooden bar and an upstairs V.I.P. room popular with the skater crowd.

The Hong Kong vegetable street market hides a handful of traditional pocket-sized bars, including Oiwa (3-22-2 Koenji Kita north; 81-90-9348-1050), where the owner, an older bohemian artist with a Jack Kerouac air, serves traditional cocktails like shochu and soymilk, and whips up buckwheat noodles and omelets on a tiny stove.

Casba (Wakamatsu Building B1F 2-14-15, Higashi Shibuya-Ku; 81-3-5467-5402), a retro-furnished basement lounge on a nondescript street, picks up after 2 a.m. when the fashion and design crowds stumble in.

RESTAURANTS
Cha Cha Hana (1-1-1 Kabukicho, Shinjuku-ku; 81-3-5292-2933) is a lively restaurant in a small house at the end of a stone footpath. It serves nouvelle delicacies like grilled Japanese yam and yolk with bonito flakes (630 yen, $5.15 at 124 yen to the dollar), and potato dumplings stuffed with scallops and served with a wood-ear crab sauce (630 yen). Dinner for two with sake runs about 5,000 yen.

Knock on the gray metal door of this white-tiled apartment building to find Higashiyama Gantan (Sun Royal Higashiyama 109, 1-8-6 Higashiyama, Meguro-ku; 81-3-3791-4807). It's an industrial-minimalist bar, with private dining rooms popular with fashionistas and sneakerheads who swoon over the sashimi and techan nabe (a rich stew). Dinner for two, about 10,000 yen.

The no-frills, hard-to-find Sushi Kanesaka (8-10-3 Ginza, Chuo-ku; 81-3-5568-4411) is a favorite of the artist Takashi Murakami. One bite of the premium grade fish and perfectly textured rice, prepared by the 35-year-old sushi chef and owner, Shinji Kanesaka, makes it clear why. Dinner for two without drinks, is 20,000 yen.

HIDDEN IN BROAD DAYLIGHT
Mizuma Art Gallery (2F, Fujiya Building, 1-3-9 Kamimeguro, Meguro-ku; 81-3-3793-7931; www.mizuma-art.co.jp) is the place to see the new school of contemporary artists, including Hisashi Tenmyouya and Makoto Aida, who subvert traditional Japanese art for social commentary.

Not Found is so word-of-mouth that the only way to find this closet-size boutique, which sells Japanese designer labels such as Mastermind and Foundation Addict, is to troll the streets of Azubu Juban and ask an in-the-know passer-by.

(πηγή: www.ft.com, 26/10/2007)