Μαδαγασκάρη

Παράξενος τόπος που σε ταξιδεύει πίσω στον Μεσαίωνα: το τέταρτο μεγαλύτερο νησί του κόσμου, ξεχωρίζει για τη μοναδική χλωρίδα και πανίδα του καθώς και για τα έθιμα που φθάνουν ως τη μαύρη μαγεία Στις 19 Αυγούστου το απόγευμα φθάσαμε στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι πήραμε μια βαθιά ανάσα, ηρεμήσαμε και αρχίσαμε να κάνουμε όνειρα για τον επόμενο σταθμό του ταξιδιού, τη Μαδαγασκάρη, το τέταρτο μεγαλύτερο νησί του κόσμου με έκταση 594.180 τ. χλμ. Ολοι ανυπομονούσαμε να γνωρίσουμε από κοντά τη σπάνια χλωρίδα και πανίδα του νησιού και τον αφροασιατικής προέλευσης πληθυσμό του με τα παράξενα έθιμα που ξεκινούν από τα απειράριθμα ταμπού (τα fady) και φθάνουν ως τη μαύρη μαγεία.

Ολα αυτά έχουν καταστήσει τα τελευταία λίγα χρόνια τη Μαδαγασκάρη έναν νέο πόλο έλξης για τον διεθνή τουρισμό που μόλις τώρα «ανακαλύπτει» το νησί που πρώτοι το βρήκαν οι άραβες έμποροι γύρω στο 1000 μ.Χ. και μετά ακολούθησαν οι μεγάλοι πορτογάλοι θαλασσοπόροι Βάσκο ντε Γκάμα και Ντιέγκο Ντίας που πλέοντας για την Ινδία ξεμπάρκαρε με δυνατή φουρτούνα και την ονόμασε Αγιο Λαυρέντιο. Στο νότιο μέρος του νησιού, δίπλα στην πόλη του Fort Dauphin, επισκεφθήκαμε αργότερα το Φορτ ντε Πορτουγκάλς, το παλαιότερο ευρωπαϊκό εποικιστικό κτίσμα που κατασκευάστηκε ώστε να έχουν τα πλοία της Λισαβόνας ένα ασφαλές καταφύγιο στα ταξίδια του περίπλου της Αφρικής με προορισμό τα αμύθητα πλούτη της Ινδίας.

Ενώ περιμέναμε λοιπόν στις άδειες αίθουσες του απέραντου κτιρίου του αεροδρομίου του Ναϊρόμπι για να επιβιβασθούμε στην Air Mad (τον εθνικό αερομεταφορέα της Μαδαγασκάρης) με προορισμό το Ανταναναρίβο. «Η πόλη του Ανταναναρίβο, γνωστή και ως Τάνα, συναγωνίζεται σε εγκληματικότητα μεγαλουπόλεις σαν τη Νέα Υόρκη και το Λος Αντζελες, αλλά οι αριθμοί που αναφέρονται δεν υπολογίζουν ότι οι περισσότεροι φόνοι και οι πράξεις βίας που συμβαίνουν στην πρωτεύουσα της Μαδαγασκάρης έχουν σαν θύματα ξένους υπηκόους και γενικά όσους έχουν κάτι να χάσουν. Να είστε έτοιμοι για το χειρότερο! Μη δείχνετε ότι είστε τουρίστες. Τα ρολόγια, ανεξαρτήτως αξίας, στις τσέπες, όχι κοσμήματα ούτε βέρες και ποτέ έξω από το ξενοδοχείο με το πρώτο σκοτάδι. Αν αγνοήσετε αυτή την προειδοποίηση, η πιθανότητα να σας ληστέψουν φθάνει το 100%!

Αν υπάρχει μια διατύπωση που χαρακτηρίζει πιστά το Ανταναναρίβο, αυτή είναι "επιστροφή στον Μεσαίωνα"!

Ιατρικά το Ανταναναρίβο είναι γνωστό για τις καταθλιπτικές επιδράσεις του σε άτομα που υποφέρουν από τα νεύρα τους. Διάφορα αίτια, που έχουν σχέση με μαγνητικά πεδία, το υψόμετρο (1.469 μ.), τις υπεριώδεις ακτίνες και τους ανέμους, προκαλούν μελαγχολία και κατάθλιψη». Ο ολόλαμπρος ήλιος της επομένης (η Μαδαγασκάρη είναι στο νότιο ημισφαίριο και ο Αύγουστος είναι περίπου σαν τον δικό μας Φεβρουάριο αλλά πολύ πιο ζεστός λόγω των Τροπικών αφού το νησί βρίσκεται από 12,5 ως 20 μοίρες κάτω από τον Ισημερινό) διέλυσε σαν φαντάσματα της νύχτας όλες αυτές τις προλήψεις και τους μύθους που προφανώς γράφτηκαν για να καταστήσουν προσεκτικούς τους μεμονωμένους ταξιδιώτες.

Η πρώτη ξενάγηση άρχισε να προβάλλει μία μία τις φυσικές αλλά και ανθρώπινες ομορφιές αυτού του κόκκινου νησιού με τα υψίπεδα και τις εύφορες πεδιάδες στα δυτικά και τα τροπικά δάση στα ανατολικά. «Δεν μπορείς να συγκρίνεις τη Μαδαγασκάρη ούτε με την Αφρική ούτε με την Ασία. Παράξενη χώρα, με παράξενους ανθρώπους», μας πληροφορεί αμέσως ο Eric Delsaut, ο γαλλοελβετός διευθυντής του τοπικού τουριστικού γραφείου που ανήκει στον έλληνα αρχιτέκτονα Αθ. Λιούνη.

Πράγματι οι Μαλαγάσιοι, όπως ονομάζονται οι κάτοικοι του νησιού, έχουν προέλθει από τόσες πολλές προσμείξεις φυλών από Βορρά και Νότο, από Δύση και Ανατολή ώστε η εθνότητα που σχηματίστηκε να είναι κάτι το ξεχωριστό. Οι Μαλαγάσιοι δεν έχουν εκείνο το πρωτόγονο βλέμμα ούτε τη νωθρότητα των μαύρων της Αφρικής αλλά ούτε και τη δραστήρια κίνηση των Ασιατών. Είναι πάντως ήπιοι και ευγενικοί με τους ξένους που τους χαιρετούν με «bonjour» ή «bonsoir». Η γαλλική άλλωστε είναι η δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους. Η συμπεριφορά τους μοιάζει ευρωπαϊκή και όσους συναντήσαμε κουβαλούσαν με αξιοπρέπεια και καρτερία τη φτώχεια τους. Από θρησκευτικής πλευράς το 52% του πληθυσμού είναι ανιμιστές, 41% χριστιανοί και 7% μουσουλμάνοι.

Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι οι πρώτοι έποικοι που έφθασαν στο νησί δεν ήταν από την κοντινή Αφρική (που χωρίζεται από τη Μαδαγασκάρη με το στενό της Μοζαμβίκης μήκους 400 χλμ.) αλλά «ναυτικά φύλα» από την Ινδονησία και πιθανώς από την Πολυνησία που ταξίδεψαν με τα πρωτόγονα σκάφη τους 6.400 χλμ. στον ταραγμένο Ινδικό ωκεανό. Τα 14 εκατομμύρια των σημερινών κατοίκων της πάντως ανήκουν σε 18 φυλές, με κυρίαρχη την περήφανη αλλά και σκληρή φυλή των Μερίνα (που έδωσε περίφημους πολεμιστές, βασιλιάδες, αλλά και αυταρχικές βασίλισσες σαν την καταραμένη Ραναβαλούν που εκθρόνισαν οι Γάλλοι) που κατοικεί στην πρωτεύουσα και στα γύρω βουνά ασχολούμενη με τη γεωργία και με την κτηνοτροφία με τα περίφημα zebu (βόδια με μεγάλες καμπούρες). Τα βόδια είναι για τους Μερίνα σύμβολα του πλούτου και της δύναμης. Οποιος δεν έχει βόδια δεν κατέχει καλή κοινωνική θέση, ο κόσμος δεν τον σέβεται και δεν είναι σε θέση να τιμήσει τους προγόνους του με θυσίες ζώων.

Αργότερα ήλθαν στο νησί πληθυσμοί από την Ινδία και την Αφρική που κατοικούν κυρίως στα ανατολικά του νησιού αλλά και στις πεδιάδες της δυτικής ακτής όπου καλλιεργούν βανίλια (είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας βανίλιας στον κόσμο), καφέ, ρύζι αλλά και δημητριακά. Το Ανταναναρίβο, η πρωτεύουσα του νησιού, είναι χτισμένο πάνω στα κεντρικά υψίπεδα (από 1.245 ως 1.469 μ.) και είναι μια γραφική πόλη παρ' ότι ο τουρίστας ενοχλείται από την έκδηλη φτώχεια που θυμίζει γειτονιές ινδικών πόλεων. Η κάτω πόλη, με τη λεωφόρο της Ανεξαρτησίας, τη λίμνη με τα νούφαρα, τα μεγάλα πάρκα, τις πολυτελείς βίλες των ξένων πρεσβειών, τα οικοδομήματα της αποικιοκρατίας, θυμίζει Γαλλία, αλλά οι τουρίστες προτιμούν να περιδιαβάζουν την άνω πόλη με τα ομοιόμορφα ψηλόστεγα σπίτια της, με τα μικρά παράθυρα και τα ξύλινα μπαλκόνια, που όλα είναι χτισμένα από πλίθες με το ψημένο χρώμα της τερακότας.

Ληστές, κλέφτες και δολοφόνους δεν συναντήσαμε πουθενά στο Ανταναναρίβο παρ' ότι περιπλανηθήκαμε για ώρες στα στενά δρομάκια της άνω πόλης με τους ασφαλτοστρωμένους μεν δρόμους αλλά χωρίς πεζοδρόμια, όπου όλα τα σπίτια έχουν το ισόγειο για μαγαζί, δίνοντας έτσι την εικόνα ενός απέραντου και πολύχρωμου ανατολίτικου και αφρικανικού παζαριού. Εδώ θα βρείτε από γαλλικά τρόφιμα και μπαγκέτες ως τα περίφημα κεντητά και τα άλλα ξύλινα χειροτεχνήματα σε τιμές κυριολεκτικά εξευτελιστικές για ευρωπαϊκό βαλάντιο. Στην πάνω πόλη επίσης υπάρχουν τα παλάτια της δυναστείας των βασιλέων της φυλής των Μερίνα, που μοιάζουν περισσότερο με φρούρια, στα δωμάτια των οποίων δεν λείπει όμως η γαλλική φινέτσα στα έπιπλα και στα άλλα σκεύη.

Η ιδιαιτερότητα της Μαδαγασκάρης ως φυσικού περιβάλλοντος, που την κάνει να ξεχωρίζει μέσα στον κόσμο, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην απομόνωσή της, που της εξασφάλισε πλήθος από μοναδικά στον κόσμο οικοσυστήματα. Οπως γράφουν οι γεωλόγοι και οι αρχαιολόγοι, πριν από 250 εκατομμύρια χρόνια, η Πανγαία, δηλαδή η αρχική μάζα ξηράς στον πλανήτη μας, έσπασε σε δύο υπερηπείρους, την Gondwana και τη Laurasia. Κάποτε, στα επόμενα 65 εκατ. χρόνια, η Gondwana υπό την πίεση τρομακτικών τεκτονικών σεισμών άρχισε να κατευθύνεται προς τον Βορρά χάνοντας στην πορεία της μεγάλα κομμάτια γης, με πρώτα την Αυστραλία και την Ανταρκτική που μετακινήθηκαν προς Νότο. Λίγο αργότερα ένα άλλο κομμάτι, η Ινδία, κινήθηκε βόρεια προς τη Laurasia, ενώ στα 165 εκατ. χρόνια η Νότια Αμερική χωρίστηκε από την Αφρική και η Μαδαγασκάρη, που αποτελούσε μια προέκταση της Σομαλίας, ξεχώρισε και απομονώθηκε σαν νησί στη σημερινή της μορφή.

Αυτή η απομόνωση σε συνδυασμό με το ότι δεν κατακλύστηκε από παγετώνες ούτε ερημώθηκε η βλάστησή της από δεινόσαυρους, εξηγεί τη μοναδικότητα της χλωρίδας και πανίδας του νησιού. Ετσι από τα 4.100 γνωστά είδη του φυτικού βασιλείου που απαντούν στο νησί, τα 3.000 είναι αποκλειστικά δικά της, δεν υπάρχουν σε κανένα άλλο μέρος της Γης. Από τα 250 είδη πτηνών τα 125 είναι αποκλειστικά της Μαδαγασκάρης, το ίδιο ισχύει και στα ζώα και στα ερπετά, με πιο παράξενα είδη τους περίφημους λέμουρους, τους χαμαιλέοντες, τις χελώνες κλπ. «Είναι ένα θαυμαστό εργαστήριο της φύσης όλη η Μαδαγασκάρη, όπου μπορείς να μελετήσεις τη χλωρίδα και την πανίδα που υπήρχε πριν από εκατομμύρια χρόνια σε όλο τον πλανήτη και τώρα έχει εξαφανισθεί από παντού». Αυτό λένε οι ειδικοί και δεν είναι λίγοι οι τουρίστες που την επισκέπτονται γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, ούτε είναι τυχαίο ότι έχει περίφημους βοτανικούς κήπους με σαρκοβόρα φυτά.

Οι άραβες θαλασσοπόροι και γεωγράφοι ήξεραν από το 1000 μ.Χ. για το τεράστιο αυτό νησί και ο πρώτος Ευρωπαίος που ανέφερε τη Μαδαγασκάρη στην περιγραφή του μυθικού ταξιδιού του στην Κίνα ήταν ο Μάρκο Πόλο που μίλησε για τους «γρύπες», τα φτερωτά τέρατα. Το 1850 βρέθηκε στο νότιο μέρος του νησιού αβγό αυτού του περιλάλητου πουλιού που μεταφέρθηκε άθικτο στο Παρίσι. Ηταν οκτώ φορές μεγαλύτερο από το αβγό της στρουθοκαμήλου που είχε μήκος 35 εκατοστά του μέτρου. Οι παλαιοντολόγοι το ονόμασαν Aepyornis Maximus και υπολογίζουν ότι είχε τρία μέτρα ύψος και ζύγισε 500 κιλά.

Ο τουρίστας δεν θα συναντήσει βέβαια σήμερα αυτά τα μυθικά πουλιά, αλλά όλα τα τουριστικά προγράμματα προβλέπουν επίσκεψη στο νότιο μέρος του νησιού στο εθνικό πάρκο Μπερεντί (τα καλύτερα πάρκα είναι αυτά που ανήκουν και τα διαχειρίζονται ξένες εταιρείες) για να γνωρίσουν οι ξένοι τους μοναδικούς στον κόσμο λέμουρους. Αυτοί οι χαριτωμένοι μικρόσωμοι πίθηκοι είναι το ζώο που έχει κάνει πασίγνωστη τη Μαδαγασκάρη. Οι λέμουροι είναι προπίθηκοι, που λόγω απομόνωσης του νησιού σταμάτησαν στο στάδιο αυτό εξέλιξης. Είναι κάτι μεταξύ πιθήκου και σκίουρου με μακριά θυσανωτή ουρά που τους βοηθά να πηδάνε στα κλαδιά των δέντρων ως και 10 μέτρα.
Υπάρχουν 30 γνωστά είδη λέμουρου με διαφορετικά χρώματα, είναι όλα φυτοφάγα και ζουν πάνω στα δέντρα. Ο πιο εντυπωσιακός και αγαπημένος για τα παιχνίδια στους τουρίστες είναι ο Lemourien Sifake που με το ερωτικό του κάλεσμα (ακούγεται 30 χλμ. μακριά) αναστατώνει τα δάση. Η Μαδαγασκάρη έχει ακόμη 28 είδη νυχτερίδας και εδώ ζει «η ιπτάμενη αλεπού», που είναι η μεγαλύτερη νυχτερίδα του κόσμου.

Στο νότιο μέρος του νησιού και προτού μπούμε στο πάρκο Μπερεντί περνάμε την παράξενη και άνυδρη περιοχή του Androy (η γη των αγκαθιών). «Εδώ», μας λέει ο οδηγός μας, «όλοι πεινούν και διψούν αλλά είναι άνθρωποι δυνατοί και περήφανοι». Πιο κάτω μπαίνουμε στα στοιχειωμένα δάση των κάκτων. Ολες οι πλαγιές είναι γεμάτες από ψηλόκορμους κάκτους μοναδικούς στον κόσμο, που το επιστημονικό τους όνομα είναι Didiezeacees. Είναι σαν λόγχες και χρησιμοποιούνται από τους ιθαγενείς ως ξυλεία για το χτίσιμο σπιτιών.

Ενα από τα αξιοθέατα του νησιού (που έχει αρκετά καλά ξενοδοχεία) είναι το Cimetiere de Pirates, στο οποίο φθάνεις ύστερα από μια περιπετειώδη πεζοπορία μέσα από βάλτους και ισορροπώντας πάνω σε κορμούς δέντρων. Οι τάφοι από ηφαιστειακές μαύρες πέτρες έχουν επάνω τους την πειρατική σφραγίδα με τα δύο οστά και τη νεκροκεφαλή, όμως μερικοί έχουν και τον χριστιανικό σταυρό. Το νησί ήταν από τα μέσα του 16ου αιώνα το μεγαλύτερο κρησφύγετο πειρατών στον Ινδικό ωκεανό και για εκατό και πλέον χρόνια οι πειρατές κούρσευαν τα ολλανδικά, αγγλικά και γαλλικά πλοία που γύριζαν φορτωμένα με πλούτο από την Ινδία. Οι πιο γνωστοί πειρατές, θαμμένοι στους χορταριασμένους τάφους, ήταν ένας Ουαλός, ο David Williams, οι Αγγλοι Thomas White, John Every, William Kidd και άλλοι, ενώ ο συγγραφέας του Ροβινσώνα Κρούσου Ντάνιελ Ντεφόε διηγείται ότι στο λιμάνι Ντιέγκο Σουαρέζ στη Βόρεια Μαδαγασκάρη οι πειρατές ίδρυσαν μια ιδιότυπη δημοκρατία, τη Libertalia, που ήταν καταφύγιο όλων των σκλάβων και καταπιεσμένων του 17ου αιώνα.

Το τουριστικό υπερθέαμα της Μαδαγασκάρης, το οποίο απολαμβάνει η πλειονότητα των ξένων επισκεπτών της, είναι το «σαφάρι για φάλαινες». Είναι τόσο εντυπωσιακό το θέαμα, που ασφαλώς όσοι είναι τυχεροί και το βλέπουν όπως εγώ μακαρίζουν τον Θεό που τους αξίωσε να δουν αυτή τη μεγάλη ομορφιά της φύσης.

Και μιλάμε για τύχη γιατί, όπως μας εξήγησε ο γάλλος καπετάνιος Paul Martin, με το σκάφος «Salina» του οποίου βγήκαμε στον Ινδικό Ωκεανό για να συναντήσουμε τις φάλαινες, «ο ωκεανός δεν είναι ζωολογικός κήπος και οι φάλαινες δεν είναι ψάρια ενυδρείου για να τα βλέπεις όποτε θέλεις»!
Πάντως από τον Αύγουστο ως τον Οκτώβριο εκατοντάδες φάλαινες ξεκινούν το μεγάλο ταξίδι του έρωτα και έρχονται από τον Νότιο Πόλο στα θερμά νερά των ανατολικών ακτών της Μαδαγασκάρης για να ζευγαρώσουν. Ανήκουν στο γένος που αποκαλείται Megaptera, φθάνουν τα 15 μέτρα και ζυγίζουν αρκετούς τόνους. Είναι μαύρες με αρκετό από το κάτω μέρος του σώματος λευκό και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα πολύ μακριά και στενά πτερύγια.

Μερικές φορές η μεγάπτερη κάνει άλματα έξω από το νερό, οπότε χτυπά την επιφάνεια με τα πτερύγια ή την ουρά ή συστρέφεται πάνω στη ράχη της με τα πτερύγια στον αέρα. Οταν κάνει βαθιά μακροβούτια, καμπουριάζει και στρέφεται απότομα προς τα εμπρός, φέρνοντας την ουρά της κάθετα έξω από το νερό. Ολα αυτά τα παιχνιδίσματα ενός από τα πιο νοήμονα ζώα του πλανήτη μας τα απόλαυσα εγώ και η συντροφιά μου σε ένα πεντάωρο σαφάρι στο κανάλι που χωρίζει τη Μαδαγασκάρη από το νησάκι Ile Sainte Marie. Οταν ξεκινήσαμε το πρωί με το 16 μέτρων «Salina» ο Paul Martin έσπευσε να μας προειδοποιήσει: «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να δείτε φάλαινες αλλά δεν μπορώ να σας εγγυηθώ τίποτε, ο ωκεανός είναι απέραντος και οι φάλαινες χάνονται σε χιλιάδες μίλια».
Τελικά αποδειχθήκαμε όχι απλώς τυχεροί αλλά προνομιούχοι. Υστερα από ένα δίωρο κοπιαστικής αναζήτησης, ζήσαμε ένα φανταστικό υπερθέαμα. Για τρεις ολόκληρες ώρες 5, 10 και μερικές φορές περισσότερες φάλαινες συνόδευσαν το πλοιαράκι μας και μας έδειχναν τον καλύτερο εαυτό τους με άλματα έξω από το νερό, με μακροβούτια κάτω από το σκάφος, με πόζες για να τις φωτογραφίσουμε σαν να ήταν αρτίστες! Ηταν στιγμές που τρομάζαμε, γιατί ήταν τόσες πολλές δίπλα μας ώστε τα κύματα που προκαλούσαν με τα άλματά τους σκαμπανέβαζαν το πλοίο μας και άλλες φορές κινδυνεύαμε να συγκρουστούμε με αυτά τα τεράστια κήτη, που το καθένα είχε το ίδιο μέγεθος με το «Salina». Και όμως έπαιζαν τόσο αριστοτεχνικά μαζί μας ώστε μόλις το σκάφος τις άγγιζε με ένα μακροβούτι το άφηναν να περάσει από πάνω τους.

Ημασταν ευτυχισμένοι με το θέαμα αλλά και κατάπληκτοι από τη νοημοσύνη και τη φιλικότητα που έδειχναν προς εμάς τους ανθρώπους. Και όταν πια, αφού έπαιξαν για τρεις ώρες μαζί μας, και μετά χάθηκαν στον ωκεανό ήμασταν όλοι βέβαιοι και συμφώνησε μαζί μας και ο καπετάνιος ότι δεν κάναμε σαφάρι, δεν τις βρήκαμε εμείς μέσα στην απεραντοσύνη του ωκεανού, αλλά αυτές γιατί έτσι το ήθελαν ήλθαν να μας συναντήσουν για να παίξουν μαζί μας για όσο χρόνο ήθελαν. Και μετά έφυγαν για το πουθενά. Δυστυχώς αυτές τις φάλαινες, που από τα μέσα της δεκαετίας του '60 με απόφαση του ΟΗΕ έχουν κηρυχθεί προστατευόμενο είδος, ασυνείδητοι ρώσοι και ιάπωνες φαλαινοθήρες τις σκοτώνουν για να πουλήσουν το λάδι τους σε εργοστάσια αρωματοποιίας.

Για να κάνετε και εσείς σαφάρι πρέπει να πετάξετε από το Ανταναναρίβο στο Ile Sainte Marie με ένα Hawker Siddeley 748 της Air Mad, οπότε θα γνωρίσετε και το πιο όμορφο τροπικό νησί του Ινδικού. Το νησί (60 χλμ. μήκος και 5 χλμ. πλάτος) είναι κατάφυτο από κοκκοφοίνικες, μπανανιές και απίθανα τροπικά λουλούδια και από τη μοναδική στον κόσμο μαύρη ορχιδέα.

(πηγή: ΒΗΜΑ)

Ίμπιζα

Παραδοσιακά άσπρα σπίτια, γοτθικοί ναοί και ξέφρενη νυχτερινή ζωή.

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσουμε με ένα επίθετο καθεμία από τις Βαλεαρίδες Νήσους, η Μαγιόρκα θα ήταν η «κλασική», η Μενόρκα η «οικογενειακή», η Φορμεντέρα η «άγνωστη» και η Ιμπιζα η «ηδονιστική».

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο «Ιμπιζα» τόσο από άποψη νησιού όσο και από άποψη επισκεπτών: η Ιμπιζα των παραδοσιακών άσπρων σπιτιών, των γοτθικών ναών, των ψαράδικων χωριών και των ελαιώνων και πορτοκαλεώνων, και η Ιμπιζα των τσιμεντένιων κτιρίων και της απρόσωπης ανάπτυξης που απευθύνεται στον μαζικό τουρισμό η Ιμπιζα του τζετ σετ, των θυμάτων της μόδας και των «party animals» και η Ιμπιζα των μεθυσμένων άγγλων τουριστών που αγοράζουν φθηνά πακέτα για να μεταφέρουν αυτούσιο το East End του Λονδίνου ή το Νιούκασλ στη Μεσόγειο.


Η ιστορία της Ιμπιζα ως τουριστικού προορισμού αρχίζει από τη δεκαετία του '60, όταν την ανακάλυψαν οι χίπις και τη μετέτρεψαν σε αποικία τους. Τη δεκαετία του '80 δημιουργήθηκε στην Ιμπιθα το είδος μουσικής που ονομάζεται balearic beat και καθιερώθηκε ο τρόπος ζωής που το συνοδεύει, με αποκορύφωμα το καλοκαίρι του 1989, αποκαλούμενο και «καλοκαίρι της αγάπης». Τη δεκαετία του '90 οι αρχές αποφάσισαν να επέμβουν για να βάλουν μια τάξη στην άναρχη τουριστική δόμηση και να γκρεμίσουν τα εκτρώματα του '70 για να τα αντικαταστήσουν με λιγότερο προσβλητικά στο μάτι κτίσματα. Το κατόρθωμα της Ιμπιζα είναι ότι κατάφερε, σε πείσμα της τουριστικής εισβολής, να διατηρήσει ορισμένα παραδοσιακά στοιχεία της αν και στο νησί πηγαίνει κανείς πρωτίστως για τη νυχτερινή ζωή.


Η πρωτεύουσα Eivissa έχει δύο παραδοσιακές γειτονιές, τη Sa Penya με τα παλαιά άσπρα σπίτια όπου ζουν ακόμη ψαράδες και την Dalt Vila που περικλείεται από μεσαιωνικά τείχη. Οπως και στη Ρόδο, η παλαιά πόλη περιτριγυρίζεται από την καινούργια και χωρίζονται μεταξύ τους από την πλατεία Vara de Rey που λειτουργεί ως κεντρική πλατεία της Eivissa. Στις παραθαλάσσιες γειτονιές της Eivissa, τη Figueretas και την Playa d' en Bossa, δεν έχετε κανέναν λόγο να πάτε, εκτός αν σας ελκύουν τα μέτριας ποιότητας τουριστικά συγκροτήματα. Αποφύγετε πάση θυσία το San Antonio, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ιμπιζα (σε απόσταση 10 χλμ. από την Eivissa) διότι είναι η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα του μαζικού βρετανικού τουρισμού και του κακού γούστου.

Οι παραλίες της Ιμπιζα, παρ' ότι αρκετά καλές, δεν κάνουν την ίδια εντύπωση στον ειδήμονα Ελληνα όπως στον λιγότερο γνώστη Βορειοευρωπαίο. Η παραλία που είναι περισσότερο της μόδας είναι η Las Salinas (ειδικά το αριστερό άκρο όπως κοιτάτε τη θάλασσα), η Es Cavallet είναι η παραλία των γυμνιστών και των gays, η Cala d' Hort έχει το καλύτερο ηλιοβασίλεμα, ενώ στην Benirras ο ήλιος δύει μετά μουσικής από παρέες που αυτοσχεδιάζουν σε κρουστά. Η καλύτερη παραλία βρίσκεται στο γειτονικό νησί Formentera στο οποίο μπορείτε να πάτε με καραβάκι.

Τα ενοικιαζόμενα δωμάτια στην Ιμπιθα δεν είναι καλής ποιότητας. Η ενοικίαση μιας βίλας στην ενδοχώρα ή έστω ενός διαμερίσματος στην Eivissa είναι μακράν ο καλύτερος τρόπος διαμονής στο νησί (ενδεικτικά αναφέρουμε το γραφείο ενοικιάσεως Vis Immobiliaria, τηλ. 0034-971-300738). Αν θέλετε να μείνετε σε ξενοδοχείο, προτείνουμε το «La Ventana» (τηλ. 0034-971-390857) και το «La Pepita» (τηλ. 0034-971-390573, 303701), αμφότερα εντός των τειχών της παλαιάς πόλης. Εφόσον οι συγκοινωνίες της Ιμπιζα περιορίζονται σε ελάχιστα λεωφορεία και μάλλον ακριβά ταξί, καλό θα ήταν να νοικιάσετε αυτοκίνητο.

Η Ιμπιζα βρίθει εστιατορίων που σερβίρουν ψάρια και θαλασσινά, παέγια ή τάπας (μεζέδες) αλλά στην επιλογή ισχύουν τα ίδια κριτήρια που ισχύουν και στα ελληνικά νησιά (με τη διαφορά ότι οι Ισπανοί δειπνούν πολύ αργότερα από τους Ελληνες, συχνά μετά τις 11 μ.μ.): αποφύγετε τα κραυγαλέα τουριστικά εστιατόρια, επιλέξτε εκείνα που έχουν ισπανική πελατεία. Το νησί διαθέτει πολλά εστιατόρια πολυτελείας, όπως το «Las Dos Lunas» στον δρόμο που οδηγεί από την Eivissa στον San Antonio. Το να μιλήσουμε για την Ιμπιζα χωρίς να αναφερθούμε στα κλαμπ είναι σαν να μιλάμε για το Παρίσι χωρίς να αναφερθούμε στον Πύργο του Αϊφελ. Παρ' ότι λίγα είναι τα καλά από τα πολλά κλαμπ του νησιού, όποιος νομίζει ότι η Μύκονος είναι η Μέκκα της νυχτερινής ζωής, μόλις πάει στην Ιμπιζα θα αλλάξει αμέσως άποψη. Το άκρον άωτον της μόδας στην Ιμπιζα είναι να ακολουθείται ένα συγκεκριμένο τελετουργικό το οποίο είναι πολύ επικερδές για τους ιδιοκτήτες των νυχτερινών κέντρων αλλά πολύ επιβλαβές για την τσέπη των τουριστών. Η βραδιά ξεκινά από τα μπαρ της παλαιάς πόλης (που κλείνουν γύρω στις 11 μ.μ.), συνεχίζεται στο κλαμπ «El Divino» (Puerto, Eivissa) και στο «Pacha» (Paseo Maritimo, Eivissa), ακολουθεί το «Privilege» (πρώην «Ku», στον δρόμο προς San Antonio), στις 6 π.μ. φθάνει η ώρα της «Amnesia» (επίσης στον δρόμο προς San Antonio) και μετά εμφανίζεται το δίλημμα: Πρωινό στο «Croissant Show» (απέναντι από την υπαίθρια αγορά της Eivissa) ή συνέχεια του κλάμπινγκ στο «Space» (Playa d' en Bossa) το οποίο ανοίγει στις 8 π.μ.; Μη χάσετε τα πάρτι «espuma» που διοργανώνονται στην «Amnesia» ή στο «Privilege», κατά τα οποία η πίστα γεμίζει με αφρό που φθάνει ως τον λαιμό των χορευτών.

(πηγή: ΒΗΜΑ)

Κορνουάλη

Πήγαμε για τελευταία, ίσως, φορά στην Κορνουάλη για να αποχαιρετίσουμε ένα σπιτάκι που είχαμε απέναντι από τον Πύργο του Παραμυθιού, το Σεν Μάικλς Μάουντ, που είναι η αντίστοιχη νησίδα του γαλλικού Μοντ Σεν Μισέλ.

Αλήθεια ήταν σαν να αποχαιρετούσαμε έναν παλιό, πιστό φίλο για πάντα. Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορείς ούτε για ψέματα να πεις: «Θα ξανασυναντηθούμε κάποτε...». Με την ευκαιρία επισκεφθήκαμε και τους φίλους που μένουν μόνιμα εκεί: ζωγράφοι, δύο παραγωγοί τηλεοπτικών προγραμμάτων, κεραμιστές. Η Κορνουάλη και ιδιαίτερα το χωριουδάκι του Σεντ Αϊβς, που έχει τα φθινοπωρινά απογεύματα ένα γλυκό φως που θυμίζει Μύκονο, είναι από τη δεκαετία του 1920 η δεύτερη πατρίδα των εικαστικών καλλιτεχνών, όχι μόνο ζωγράφων αλλά και άλλων, όπως λ.χ. της γλύπτριας Μπάρμπαρα Χέπγουορθ. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η Τέιτ Γκάλερι έχτισε μια θεσπέσια γκαλερί πάνω ακριβώς από την πλαζ. Το κτίριο θυμίζει άνθρωπο που επιχειρεί να αγκαλιάσει την απέραντη αμμουδιά.

Αλλά δεν είναι μόνο το Σεντ Αϊβς το κέντρο των καλλιτεχνών: μικρότερο αλλά εξίσου σημαντικό είναι το λιμανάκι του Νιούλιν, το τελευταίο ψαράδικο λιμάνι στη Νοτιοδυτική Κορνουάλη. Αντίστοιχα λοιπόν έχουμε τη σχολή του Σεντ Αϊβς και του Νιούλιν, δύο κοινότητες ζωγράφων, κυρίως, που δεν διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους σε τεχνοτροπία. Το μικροσκοπικό Νιούλιν όμως είχε ανακαλυφθεί πρώτο από καλλιτέχνες περί τα τέλη του περασμένου αιώνα. Το Σεντ Αϊβς είναι γεμάτο από γκαλερί με κάθε είδους γλυπτά και πίνακες, μερικές δε παραμένουν ανοιχτές χειμώνα - καλοκαίρι, αλλά την τουριστική εποχή θα βρείτε μεγάλο συνωστισμό στα στενά του σοκάκια. Για μένα η Κορνουάλη είναι για μέσα Σεπτεμβρίου, ακόμη και Οκτωβρίου, αν ο καιρός δεν έχει χαλάσει ακόμη, ή άνοιξη. Αν πάτε στο Σεντ Αϊβς πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφθείτε το μουσείο της Μπάρμπαρα Χέπγουορθ, την Τέιτ και το εργαστήρι του μεγαλύτερου βρετανού κεραμιστή, του Μπέρναρντ Λιτς, που είναι ο «Βούδας» των βρετανών κεραμιστών και ο μόνος που μαθήτευσε επί 11 χρόνια στην Ιαπωνία. Μαζί με τη Χέπγουορθ και τον Μπεν Νίκολσον είχαν μεταβάλλει το Σεντ Αϊβς σε ένα μεγάλο εργαστήρι.

Οι «μεγάλοι» του Σεντ Αϊβς δεν ζουν πια, αλλά η γκαλερί Πένγουιθ κάνει τακτικά εκθέσεις με έργα τους, καθώς και με άλλων νεότερων καλλιτεχνών και το Σεντ Αϊβς Στούντιο του Λιτς βγάζει εκθεσιακά κομμάτια, αλλά και κεραμικά καθημερινής χρήσης. Μια απαραίτητη εκδρομή είναι στο νησάκι του Σεν Μάικλ, σε απόσταση τριών μιλίων από την πόλη του Πενζάνς. Στην πραγματικότητα δεν είναι νησί: ανάλογα με την παλίρροια μπορείτε να περπατήσετε ή θα χρειαστεί να σας μεταφέρει πλωτό μέσο από το Σεν Μάικλ. Η οικογένεια Σεν Λέβενς, στην οποία ανήκει η νησίδα, στέλνει στο απέναντι χωριό Μαραζάιον κάθε Κυριακή πρωί εξάκωπες φαλαινίδες για να μεταφέρουν δωρεάν στην εκκλησία του νησιού τούς πιστούς. Πού αλλού μπορεί να βρεις τέτοιες μικρές ευχάριστες εκπλήξεις σαν και αυτήν; Το σπιτάκι μας ήταν στην πλαγιά ακριβώς απέναντι από το νησάκι.

Αποβραδίς πάντα είχα έγνοια μου να ανοίξω τα μάτια μου προτού να ανατείλει ο ήλιος για να δω τον Πύργο του Παραμυθιού καθώς βγαίνει σιγά σιγά μέσα από την πάχνη... Περιττό να πούμε ότι όλα τα τριγύρω εστιατόρια και οι παμπ έχουν φρέσκο ψάρι από το Νιούλιν. Σε απόσταση τριών μιλίων από το λιμανάκι υπάρχουν κάτι πέτρες σε κυκλικό σχήμα από την εποχή του χαλκού. Ο θρύλος λέει ότι οι πέτρες ήταν κοπέλες που βγήκαν να χορέψουν στο χωράφι ένα κυριακάτικο πρωινό και πως ο Θεός τις πέτρωσε στη θέση τους για να τις τιμωρήσει που τόλμησαν να χορέψουν τη μέρα που ήταν αφιερωμένη σε αυτόν... Η κωμόπολη του Πενζάνς είναι ανάμεσα στο νησάκι του Σεν Μάικλ και στο λιμανάκι του Νιούλιν, που είναι και γραφικό και ζωντανό, γεμάτο από τράτες γαλλικές και ντόπιες. Ενα άλλο μαγικό μέρος τα καλοκαιριάτικα βράδια είναι το Ελληνικό Θέατρο, όπως το λένε, όπου ο θίασος Μάινακ παρουσιάζει σαιξπηρικά έργα (και μερικά σύγχρονα) με φόντο τη θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα. Δηλαδή οι θεατές κάθονται απέναντι στη θάλασσα με τους ηθοποιούς ανάμεσά τους. Συχνά ακούς και τους ηθοποιούς και τη θάλασσα και δεν γνωρίζεις ποτέ ποιανού η φωνή θα είναι πιο δυνατή, ως λίγο πριν από την παράσταση... Θα το βρείτε στο χωριουδάκι Πορθκέρνο, νοτιοδυτικά του Πενζάνς. Στα παλιά χρόνια το Πενζάνς ήταν λιμάνι πειρατών και γι' αυτό πολλά από τα καπηλειά έχουν σήμερα ονόματα γνωστών πειρατών ή ναυάρχων. Μάλιστα ένα από αυτά έχει στη σκεπή του έναν αγριωπό πειρατή πεσμένο μπρούμυτα με το μουσκέτο του.

Στο σοκάκι που κατεβαίνει από τον «πειρατή» στο λιμανάκι είναι ένα μικρό ξενοδοχείο λουλακί και άσπρο. Η οικοδέσποινα δεν είναι άλλη από την Τζιν Σρίμπτον, το γνωστό μοντέλο της δεκαετίας του '60 που παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια και ρίζωσε στο Πενζάνς. Και κάτι πιο πρακτικό: ο πιο ευχάριστος τρόπος να ταξιδέψει κανείς στην Κορνουάλη είναι να πάρει το τρένο από τον σταθμό του Πάντινγκτον στο Λονδίνο, με αριθμημένες θέσεις που κάνει κάπου πέντε ώρες και κάτι ως το Πενζάνς και να νοικιάσει εκεί αυτοκίνητο για την περιήγηση στα γύρω χωριά. Τους θερινούς μήνες ο πιο εύκολος τρόπος από το Πενζάνς στο Σεντ Αϊβς είναι με το τρενάκι, διότι το πάρκινγκ στο Σεντ Αϊβς είναι προβληματικό. Α, ναι, το τρενάκι πάει γιαλό γιαλό και η θέα είναι μοναδική. Το δυτικότερο άκρο της Βρετανίας λέγεται Λαντς Εντ και ως πρόσφατα ήταν ένα ακρωτήριο με ένα καφενεδάκι. Αλλά κάποιος πολυεκατομμυριούχος το αγόρασε και έχτισε ένα συγκρότημα ξενοδοχειακό - τουριστικό - συνεδριακό. Λαντς Εντ είναι η μια άκρη της Βρετανίας, Τζον Ο Γκρόατς είναι η άλλη στο βορειοανατολικό άκρο της Σκωτίας που ακόμη δεν το έχουν εκμοντερνίσει και το νοτιότατο είναι και αυτό στην Κορνουάλη. Λέγεται Λίζαρντ (σαύρα) και είναι ένα από τα πιο επιβλητικά κομμάτια της Κορνουάλης, ιδίως αν έχει θάλασσα. Για να φθάσεις στο νοτιότατο σημείο περνάς με το αυτοκίνητο πρώτα μια μεγάλη βάση ελικοπτέρων του ναυτικού (Κόλντροουζ) που χρησιμοποιείται και για διάσωση, μετά περνάς δίπλα από μια έκταση με κίτρινους θάμνους στο Γκουνχίλι, όπου υπάρχει ένα «δορυφορικό πάρκο», δηλαδή δεκάδες τεράστια δορυφορικά πιάτα διαμέτρου περίπου 20 μέτρων που συλλαμβάνουν τα σήματα των δορυφόρων και τα φέρνουν στη Γη και στη συνέχεια τα ενισχύουν και τα διοχετεύουν όπου δει. Αυτό είναι απαραίτητο, διότι το τηλεφωνικό σήμα ώσπου να φθάσει στον δορυφόρο είναι 100.000 φορές πιο αδύνατο. Η παρουσία αυτών των «θηρίων» στη μοναξιά της ραχοκοκαλιάς της χερσονήσου Λίζαρντ είναι ένα απόκοσμο θέαμα. Και για να μη μείνει ο ταξιδιώτης χωρίς εκπλήξεις, εκεί όπου τελειώνουν τα δορυφορικά πιάτα αρχίζει μια «φάρμα ανεμόμυλων» όπου δεκάδες ανεμόμυλοι σε ομάδες στις κορυφές των λόφων σφυρίζουν απαλά σαν νοτιοαμερικανικό ξύλινο φλάουτο...

(πηγή: ΒΗΜΑ)

Κι Ουέστ

Γιατί οι ορδές των τουριστών κατακλύζουν το μακρόστενο νησί; Για να «χαϊδέψουν» άραγε τους καρχαρίες στο ενυδρείο του δήμου; Για να ζήσουν την ατμόσφαιρα των νησιών όπου έζησε και έδρασε ο πειρατής Μόργκαν; Για να δουν τα παλιά φρούρια των Ισπανών και των Αμερικανών; Για να χαζέψουν τα υπολείμματα των ναυαγίων που φυλάσσονται σε απίθανα μουσεία; Ή μήπως για τα περίφημα ηλιοβασιλέματα;

«Υπήρχε ένας σταθμός συγκέντρωσης κάρβουνου. Υπήρχε κίνηση πλοίων στο λιμάνι. Ο αέρας είχε τη μυρουδιά του Γκολφ Στρημ. Το Κάγιο Ουέσο, όπως το αποκαλούσε ο μισός πληθυσμός, συνδεόταν με φέρι μποτ με την Αβάνα. Τα εργοστάσια που έφτιαχναν πούρα προσήλκυαν κόσμο, εν μέρει Κουβανούς και εν μέρει Σπανιόλους. Ο αγγλόφωνος πληθυσμός αποτελούνταν από ανθρώπους που δούλευαν στο σιδηρόδρομο, παλιούς κατοίκους της Φλόριντα, κάποιους από τη Νέα Αγγλία, από τον καιρό που το μέρος ήταν λιμάνι για φαλαινοθηρικά...».

Αυτά έλεγε τη δεκαετία του '20 ο Ντος Πάσος για το Κι Γουέστ, «ένα πραγματικό νησί», που το ανακάλυψε κάνοντας οτοστόπ στο αρχιπέλαγος των 2000 περίπου μικροσκοπικών νησιών στα δυτικά της Φλόριντα. Το Κι Γουέστ βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του αρχιπελάγους, είναι το πιο γνωστό από τα νησιά, εκ των οποίων μόνο τα σαράντα κατοικούνται και απέχει 150 χλμ. από την Αβάνα. Ως τις αρχές της δεκαετίας του '30 η πρόσβαση στην περιοχή ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αφού η υποδομή στις μεταφορές παρέμενε υποτυπώδης. Επιπλέον, το κραχ του 1929 είχε καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία και στην κοινωνία του νησιού. Από τις 26.000 ο πληθυσμός του Κι Γουέστ έπεσε στις 10.000 κατοίκους για να φτάσει μόλις σήμερα στα προ του κραχ επίπεδα.

Εκείνη την εποχή λοιπόν το διάλεξε ως μόνιμη κατοικία του ένας από τους θρυλικούς συγγραφείς της χώρας, ο Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ που αν ζούσε σήμερα θα ήταν 100 ετών και δύσκολα θα αναγνώριζε κι ακόμη πιο δύσκολα θα ζούσε στο κάποτε ήρεμο νησί, το ιδεώδες για κυνήγι και ψάρεμα και τώρα πλημμυρισμένο από τουρίστες, αφού 5.000.000 επισκέπτες δέχεται κάθε χρόνο το Κι Γουέστ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Γιατί όμως οι ορδές αυτές κατακλύζουν το μακρόστενο νησί; Για να «χαϊδέψουν» άραγε τους καρχαρίες στο ενυδρείο του δήμου, όπως τους προτρέπουν οι εκεί υπάλληλοι; Για να ζήσουν την ατμόσφαιρα των νησιών, όπου έζησε και έδρασε ο πειρατής Μόργκαν και τώρα η αμερικανική ακτοφυλακή κυνηγά λαθρέμπορους και εμπόρους ναρκωτικών; Για να δουν τα παλιά φρούρια των Ισπανών και των Αμερικανών; Για να χαζέψουν τα υπόλοιπα των ναυαγίων που φυλάσσονται σε απίθανα μουσεία; Ή μήπως για τα περίφημα ηλιοβασιλέματα του Κι Γουέστ, από τα ωραιότερα στον κόσμο;

Στα ίχνη του συγγραφέα

Ολα τούτα αποτελούν, χωρίς αμφιβολία, τμήμα της μυθολογίας του Κι Γουέστ, όμως το μεγαλύτερο μέρος των επισκεπτών αν όχι το σύνολο έρχονται εδώ γιατί αυτό ήταν το νησί του Χέμινγκγουεϊ. Και, βέβαια, ακολουθώντας τα ίχνη του συγγραφέα, να γιορτάσουν την παραμονή τους με εξοντωτικά και απανωτά μεθύσια, όπως υποτίθεται ότι έκανε ο θρυλικός Πάπα. Οχι μόνο στο μπαρ του Σλόπι Τζο, όπου τα κοπανούσε μέχρι τελικής πτώσεως ο συγγραφέας του «Αποχαιρετισμού στα όπλα», αλλά και στα αναρίθμητα μπαρ που λειτουργούν ως αργά μετά τα μεσάνυχτα στη Ντιβάλ Στριτ: στου Ρικ, στου Μπίλι, στου Ξυπόλητου Μπομπ, στου Κάπτεν Τόνι, στο Πιάνο μπαρ και όπου αλλού οδηγούν τα βήματα, η έμπνευση της στιγμής ή η παρέα.

Το σπίτι του Χέμινγκγουεϊ βρίσκεται στον αριθμό 907 της Γουάιτχεντ Στριτ, ένα θαυμάσιο κτίσμα σπανιόλικου αποικιακού ρυθμού και σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Εδώ έζησε μόνιμα ο συγγραφέας από το 1931 ως το 1940 κι εδώ έγραψε τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» τον «Θάνατο το απόγευμα» και το «Να έχεις και να μην έχεις». Εδώ ξεκίνησε να γράφει το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Ακόμη κι όταν μετακόμισε στην Κούβα το 1940 ή αργότερα, το 1960, όταν επέστρεψε στην Αμερική, στο Ρότσεστερ της Μινεσότας κι έπειτα στο Κέτσαμ του Αϊνταχο, όπου και αυτοκτόνησε το 1961, ο Χέμινγκγουεϊ δεν πούλησε το σπίτι του στο Κι Γουέστ.

Εδώ δεχόταν ο Πάπα τους φίλους του: τον Ντος Πάσος, τον Φιτζέραλντ, τον επιμελητή των βιβλίων του Μάξγουελ Πέρκινς. Σε τούτες τις θάλασσες, τις γεμάτες κοραλλιογενείς υφάλους, ψάρευε. Σήμερα σχεδόν όλα τα ψάρια που σερβίρονται στα εστιατόρια του νησιού προέρχονται από το Μπρούκλιν ή το Νέιν, ενώ το κυνήγι επίσης αγαπημένο σπορ του Χέμινγκγουεϊ απαγορεύεται αυστηρά, αφού το ελάφι που ζει στα νησιά του αρχιπελάγους κινδυνεύει με εξαφάνιση.

Το καρναβάλι του ηλιοβασιλέματος

Ο τουρισμός έχει αλλοιώσει τα πάντα. Κάποτε τα σφουγγάρια δεν κόστιζαν τίποτε αλλά σήμερα τα πουλούν στη Μάλορι Σκουέρ για μια περιουσία, όπως άλλωστε και βορειότερα στο Τάρπον Σπρινγκς, την πόλη με την κάποτε ανθηρή κοινότητα των ελλήνων σφουγγαράδων από την Κάλυμνο. Η εμπορευματοποίηση, μη έχοντας αφήσει τίποτε αλώβητο, κατάφερε να μολύνει ακόμη και τις απλές χαρές, όπως την απόλαυση του ηλιοβασιλέματος. Κάθε βράδυ τα πλήθη συνωστίζονται στη Μάλορι Σκουέρ για να γιορτάσουν το ηλιοβασίλεμα σε ατμόσφαιρα ενός κιτς καρναβαλιού με ακροβάτες, εκπαιδευτές παπαγάλων κι ανθρώπους που τρώνε φωτιές. Ακόμη και μια βόλτα στο νεκροταφείο της πόλης στοιχίζει. Πρέπει να πληρώσετε για να σας δείξουν τις περίεργες ταφόπλακες με επιγραφές του είδους: «Σ' το 'χα πει ότι ήμουν άρρωστος» ή «Επιτέλους, γνωρίζω πλέον πού κοιμάσαι κάθε βράδυ».

Από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Οι υψηλές θερμοκρασίες, σε συνδυασμό με τα πολύ μεγάλα ποσοστά υγρασίας, σου κόβουν την ανάσα. Γι' αυτό και οι καλύτεροι μήνες να επισκεφθεί κανείς το Κι Γουέστ είναι από τον Ιανουάριο ως τον Απρίλιο. Αλλά τότε ακριβώς το κόστος διαμονής τριπλασιάζεται. Ο αέρας τα πρωινά είναι ζεστός και υγρός αλλά τα απογεύματα δροσίζει εξαιτίας των ανέμων που έρχονται από τον Ατλαντικό ωκεανό. Αν έχει κανείς την τύχη να συναναστραφεί με τους ντόπιους, τους κονκς, που χαμένοι μέσα στα στίφη των τουριστών αποτελούν είδος εν ανεπαρκεία, θα συναντήσει ανθρώπους με καταλυτικό και σαρδόνιο χιούμορ, οι οποίοι κοροϊδεύουν τον δίχως όρια τουρισμό αλλά και τους εαυτούς τους που εξαρτώνται από αυτόν. Τον απεχθάνονται αλλά και τους αρέσει. Χαρακτηριστικό είναι ένα περιστατικό που συνέβη το 1982. Η συνοριακή αστυνομία σε συνεργασία με την υπηρεσία των τελωνείων είχε τη φαεινή ιδέα, προκειμένου να συλλάβει κάποιους εμπόρους ναρκωτικών, να κλείσει τον δρόμο στο Κι Λάργκο, βορείως του Κι Γουέστ, για να ελέγξει όλα τα οχήματα που κατέβαιναν στα νησιά του αρχιπελάγους. Οι τουρίστες εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας και μια ομάδα εξαγριωμένων ντόπιων «ίδρυσε» τη Δημοκρατία των Κονκς, ύψωσε δική της σημαία, η οποία αποτελεί σήμερα αξιοθέατο όσο σχεδόν και η πισίνα θαλασσινού νερού που έφτιαξε στην αυλή του σπιτιού του ο Χέμινγκγουεϊ, προβαίνοντας ταυτοχρόνως σε τρεις ενέργειες: πρώτον στη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του αρχιπελάγους, δεύτερον στην κήρυξη του πολέμου εναντίον των ΗΠΑ και, τρίτον στην παράδοση, συνοδευόμενη από το αίτημα για εξωτερική βοήθεια ύψους 1.000.000 δολαρίων. Η επέτειος, όπως ήταν αναπόφευκτο, γιορτάζεται κάθε Φεβρουάριο με ατελείωτα πάρτι και μεθύσια.

Ο τόπος χωρίς το όνειρο

Το σημερινό Κι Γουέστ δεν έχει, βεβαίως, σχέση με τον ονειρικό τόπο του συγγραφέα, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τις μαρτυρίες, τα ντοκουμέντα και τις επιστολές του, που βρίθουν λεπτομερειών για τον καιρό, για το αν ήταν ή δεν ήταν καλή η ψαριά, για το πότε περνούν τα νέα κοπάδια ψαριών, για την ποσότητα και το βάρος τους. Αν θέλει κάποιος να βρει κάτι από την ατμόσφαιρα του τόπου όπου έζησε ο συγγραφέας, θα πρέπει να προχωρήσει λίγο πιο κάτω, στο λιλιπούτειο σύμπλεγμα των επτά νησιών που αποκαλούνται Ντράι Τορτούγας, όπου ζουν και αναπαράγονται οι χαρακτηριστικές πράσινες χελώνες της περιοχής. Τα νησάκια αυτά έχουν κηρυχθεί εθνικό πάρκο κι εδώ μπορεί κανείς να δει το φρούριο Τζέφερσον, που φτιάχτηκε το 1846 και χρησιμοποιήθηκε πρώτα ως φυλακή και στη συνέχεια για να ελέγχει την κίνηση των πλοίων στον Κόλπο του Μεξικού.

Το σημερινό Κι Γουέστ μοιάζει λίγο με το επί χρόνια «ανέκδοτο» μυθιστόρημα του Χέμινγκγουεϊ, που κυκλοφόρησε φέτος με αφορμή τα 100 χρόνια από τον θάνατό του. Πολλοί υποψιάζονται ότι το μυθιστόρημα δεν γράφτηκε από τον Χέμινγκγουεϊ και ορισμένοι, ακόμη πιο καχύποπτοι, πιστεύουν πως δεν υπήρχε ούτε καν προσχέδιο από τον συγγραφέα. Ο Χέμινγκγουεϊ αποτελεί ίσως το μοναδικό φαινόμενο στα παγκόσμια γράμματα όπου ένας κατά βάθος μοναχικός άνθρωπος γέννησε περισσότερους μύθους και ιστορίες για τη ζωή του από όλα μαζί τα έργα του και υπερβολές που αντιτίθενται με κραυγαλέο τρόπο στην έκτακτη οικονομία, στην ακρίβεια και στην αφοπλιστική και συναρπαστική απλότητα της γραφής του. Αν για τους περισσότερους οι πόλεις είναι ο τόπος της κατοικίας τους και η φύση των διακοπών τους, στον Χέμινγκγουεϊ συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Το μαρτυρεί άλλωστε η πορεία του συγγραφικού του έργου, που στο σύνολό του σχεδόν γράφτηκε σε τόπους απομόνωσης: στο ψαροχώρι του Κι Γουέστ στη Φλόριντα και στη Φίνκα Βίγια της Κούβας, μακριά από τα πεδία των μαχών και τις αρένες των ταυρομάχων. Αλλωστε το κύκνειο άσμα του, «Ο γέρος και η θάλασσα», δεν είναι παρά ένας ύμνος του αγώνα που δίνει ο άνθρωπος εναντίον των δυνάμεων της φύσης, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως την πατρίδα και την εξορία του.

(πηγή: ΒΗΜΑ)

Καναδάς

Ένα λίγο αποσπασματικό, ιδιόμορφο ταξίδι στη νοοτροπία και στην κουλτούρα της δεύτερης μεγαλύτερης σε έκταση χώρας του πλανήτη. Της χώρας του Κρόνενμπεργκ και του σιροπιού από σφένδαμνο «Ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από την πατρίδα μου; Μα ότι δεν υπάρχει!». Η Μάργκαρετ Ατγουντ, η εθνική συγγραφέας του Καναδά, με την οποία είχα την τύχη να συνομιλήσω τηλεφωνικώς, ήταν νομίζω αρκετά σαφής. Και με έπεισε ότι στη διάρκεια της 10ήμερης παραμονής μου στη δεύτερη σε έκταση χώρα του πλανήτη είχα χρέος να εντοπίσω μερικά έστω από τα κομμάτια που συνιστούν το αχανές παζλ της ύπαρξής της. Ιδού τι μου επέτρεψαν (ο χρόνος και οι αποστάσεις) να περισυλλέξω:

* Μπαλκόνια ΠαΣοΚ και ΝΔ στο Τορόντο. Το σουλάτσο στο Ντάνφορθ, την ελληνική συνοικία στο ανατολικό άκρο του Τορόντο, είναι από μόνο του ένα πολλαπλών βολτ πολιτισμικό σοκ. Τύφλα να 'χει η Αστόρια. Πάλι καλά που με ξεναγεί ο ίδιος ο πρόεδρος των εδώ Καναδορωμιών, ο κύριος Νίκος Λεοντάκης. Κοιτάζω εμβρόντητη τις δύο πινακίδες στον ίδιο δρόμο: «Long Street» και «Οδός Λονγκ». Κολλάω τη μύτη μου στη βιτρίνα του δισκοπωλείου που δίπλα στον Πρινς (ή αν προτιμάτε, Artist) και στους αυτόχθονες Tragically Hip φιλοξενεί το τελευταίο LP της Νατάσας Θεοδωρίδου (ξέρετε τώρα, «Μη γυρίσεις ξανά, η πόρτα αυτή θα είναι κλειστή» και τα συναφή). Τα αντικριστά «εκλογικά κέντρα» του ΠαΣοΚ και της ΝΔ εδώ, στην καρδιά του Οντάριο, μου προκαλούν γέλια. Η Ποντιακή Εστία βρίσκεται μόλις μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Λίγο προτού καθήσουμε να πιούμε το κρασάκι μας στο μπαρ «Myth», ο γενειοφόρος κύριος Λεοντάκης, που μόνο Ελληνας θα μπορούσε να είναι, μου εκμυστηρεύεται διάφορα σπαρταριστά δείγματα της ελληνοκαναδικής ιδιολέκτου: «φρουτομαρκέτα», «φρίζιασαν τα λέκια» κ.ο.κ. Οπως θα μάθω στην πορεία της κουβέντας μας, το Ντάνφορθ είναι μια από τις πλέον trendy συνοικίες της πόλης Καναδοί και τουρίστες συρρέουν εδώ για καλό φαγητό (α, ρε πατρίδα, με τις σάλτσες σου).

* Ιγκλού με Internet. Πληροφορούμαι εγκαίρως ότι η λέξη «Εσκιμώος» (= αυτός που τρώει ωμό κρέας) είναι εξαιρετικά προσβλητική για τον καναδικό πληθυσμό πάνω από τον 60ό παράλληλο. Προτιμούν το πολιτικώς ορθότερον «Ινουίτ», τουτέστιν «ο λαός», «οι άνθρωποι». Δυστυχώς δεν έχω ούτε τον χρόνο ούτε την επαρκώς πολική γκαρνταρόμπα για ένα ταξίδι στο Νουναβούτ, τη νεότευκτη (από την 1η Απριλίου 1999) πατρίδα τους, που αποκολλήθηκε θριαμβευτικά από τα Νοτιοδυτικά Εδάφη. Λιγότεροι από 30.000 άνθρωποι ζουν σε ένα παγωμένο κομμάτι γης, πέντε φορές μεγαλύτερο από τη Γερμανία. Στα σπίτια τους μπορείς, λέει, να δεις δέρματα φώκιας κρεμασμένα δίπλα στο modem για το Internet. Επισκέπτομαι, εγώ μια ταπεινή Qallunaat (= Λευκή), το Μουσείο McMichael με τα Ινουίτ γλυπτά, στο Κλάινμπουργκ, ένα χωριουδάκι μισή ώρα βορείως του Τορόντο. Το μάτι μου χορταίνει από αρκτικά όνειρα χαραγμένα σε σαπουνόπετρα.

* Θα σας δω στο πάρτι μετά την κηδεία μου. Η μανία μου να διαβάζω τις κηδείες στις εφημερίδες δεν χαλιναγωγείται ούτε εκτός ελληνικού εδάφους. Ξεκοκαλίζω μετά βουλιμίας την «Toronto Star» διότι σε αυτήν έγραφε κάποτε ο Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ και εντοπίζω αυτό που θέλω. «Αποχαιρετούμε αύριο την αγαπημένη μας θυγατέρα, αδελφή, ανιψιά και φίλη Σάντι, στο κοιμητήριο τάδε..., ώρα τάδε... Αμέσως μετά θα κάνουμε, κατόπιν δικής της επιθυμίας, πάρτι για να γιορτάσουμε τη ζωή της στο σπίτι της στην οδό τάδε». Κάτι μου λέει ότι ουδείς ταξιδιωτικός οδηγός για τον Καναδά δεν κατάφερε ποτέ να συλλάβει αυτό που ανακάλυψα εγώ μέσα σε τρεις αράδες στα «Κοινωνικά» («Birth and Death Notices»). Παίρνω ένα ουίσκι από το μίνι μπαρ του ξενοδοχείου για να αποχαιρετήσω με τη σειρά μου τη Σάντι.

* Η καναδική κυβέρνηση μοιράζει δολάρια. Εγκαινιάζοντας την καταναλωτική μανία μου στα πολυκαταστήματα της επαρχίας του Οντάριο (Eaton Centre κ.ο.κ.), δεν άργησα να αντιληφθώ ότι έπρεπε να καταβάλω για έκαστο αντικείμενο του πόθου μου κάμποσα δολάρια φόρο. Ο προσφιλής sale tax του Νέου Κόσμου, καταριόμουν από μέσα μου. Γρήγορα όμως θα μάθαινα τα καλά της κοινοβουλευτικής μοναρχίας. Θα μάθω ότι κρατώντας τις αποδείξεις από τις αγορές μου, συμπληρώνοντας μια ειδική αίτηση (που θα μου δώσουν στο αεροδρόμιο) και ταχυδρομώντας τα «πακέτο» με το αεροπορικό μου εισιτήριο θα έπαιρνα πίσω τους φόρους (GST, TVQ κ.ά.). Ετσι και έπραξα, άμα τη επιστροφή μου στην Ψωροκώσταινα. Σε έναν μήνα ακριβώς έλαβα μια υπέροχη επιταγούλα από τον καναδό υπουργό Εθνικού Εισοδήματος. Προσοχή, η άνωθεν «προσφορά» ισχύει μόνο για τους επισκέπτες και όχι για τους μόνιμους κατοίκους της χώρας.

* Οι Καθιστοί Βούβαλοι του Καναδά. Το ταβάνι στη Μεγάλη Αίθουσα του Μουσείου Πολιτισμού της Οττάβας είναι ένα γιγαντιαίο κανό. Ο αρχιτέκτονας Ντάγκλας Κάρντιναλ χρησιμοποίησε ως πηγή έμπνευσης το Μαγικό Κανό του Κόρακα, που για τις ινδιάνικες φυλές της βορειοδυτικής ακτής του Καναδά ( Nuu-Chah Nulth, Nuxalk, Haida, Tsimsian κλπ.) μπορούσε να συρρικνωθεί στο μέγεθος μιας βελόνας πεύκου ή να μεγαλώσει τόσο ώστε να αγκαλιάσει ολόκληρο το σύμπαν. Η ξεναγός μου μού αποκωδικοποιεί τα θεόρατα ινδιάνικα τοτέμ (με τον Κόρακα πάντα να δεσπόζει) που ορθώνονται μπροστά μου, το τελετουργικό τού potlasch (= δωρίζω), στη διάρκεια του οποίου ο αρχηγός της φυλής φορούσε την Chilkat κουβέρτα του και διένειμε την περιουσία του, τους μύθους και την καθημερινότητα ενός ολόκληρου χαμένου κόσμου που δεν έχει καμία σχέση με τα ψευδοϊνδιάνικα σουβενίρ που πωλούν σήμερα καμαρωτά οι απόγονοι των άγγλων και γάλλων αποικιοκρατών. Τη ρωτάω για τους υπάρχοντες σήμερα αυτόχθονες. Μόλις 330.000 εναπομείναντες Ινδιάνοι διασκορπισμένοι σε 2.250 συνοικισμούς, άθλιες συνθήκες, λειψές κυβερνητικές επιχορηγήσεις, οινοπνευματώδη, θλίψη, αυτοκτονίες. Φεύγοντας από το Μουσείο Πολιτισμού της Οττάβας αναρωτιέμαι αν το παιχνίδι με τους καομπόηδες και τους Ινδιάνους είναι τόσο ιστορικά ανακριβές. Γιατί ουδείς φρόντισε ποτέ να μας εξηγήσει ποιοι ήταν οι αυθεντικοί κακοί.

* Τρώγοντας σάντουιτς υπό την σημαία. Βλέπω παντού τα πορφυρά φύλλα σφενδάμνου: σε ουρανοξύστες, μαγαζάκια με ινδιάνικα faux, στις υπαίθριες on the road καντίνες που χαζεύω μισοκοιμισμένη από το παράθυρο του Greyhound. Αν βρισκόμουν π.χ. στη Γερμανία και μετρούσα τριγύρω τόσες, μα τόσες σημαίες θα κούναγα στωικά το κεφάλι μου μπροστά σε τόσα μέτρα υφασμάτινου εθνικισμού. Στον Καναδά όμως δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Αναγνωρίζω απλώς μια απόλυτα δικαιολογημένη ανάγκη εθνικής αφύπνισης, ένα φωναχτό «είμαστε, βρε αδελφέ, κύριοι του εαυτού μας». Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο λωρίδες εκατέρωθεν του δικοτυληδόνου της σημαίας, οι δύο ωκεανοί δηλαδή, είναι και αυτοί κατακόκκινοι. Αναπόφευκτο, σκέφτομαι, ένα χρωματικό σύμβολο ανεξαρτησίας και απεξάρτησης από τη Βρετανία και τη Γαλλία.

* Pardon? Προσπαθώ να παραγγείλω την κρέπα και τον εσπρέσο μου χωρίς να πτοούμαι από τον αμείλικτο βομβαρδισμό από joual (όπως μαθαίνω ότι λέγονται τα «παλιομοδίτικα» καναδικά γαλλικά) της σερβιτόρας. Η αλήθεια είναι ότι η διγλωσσία σε αυτή τη χώρα σε αποπροσανατολίζει λίγο. Καλά τα έλεγε το '60 ο εικονιζόμενος Λέοναρντ Κοέν στους συμπατριώτες του: «Ας αφήσουμε τα αγγλικά και τα γαλλικά. Ας εφεύρουμε μιαν άλλη επίσημη γλώσσα!». Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι, πέρα από το θέμα της γλώσσας, εδώ στην επαρχία του Κεμπέκ η ταλαιπωρημένη γαλλόφωνη εθνότητα δεν λέει να το βάλει κάτω. Δεν θα δω βέβαια αυτονομιστές να τρέχουν αλλόφρονες στους δρόμους με τη γαλανόλευκη «fleur de lys» του Κεμπέκ και πορτρέτα του Λουσιάν Μπουσάρ. Αλλά το δημοψήφισμα του '95 ήταν αρκετά σαφές: ένα 49% των γαλλόφωνων επιθυμούν αυτονομία εδώ και τώρα (εν σχέσει π.χ. προς το 40% του 1980). Ενας ταξιτζής στην πόλη του Κεμπέκ θα μου συνοψίσει σε άπταιστα joual τη φύση όλου του προβλήματος: «C'est une guerre de mots, mademoiselle. Rien d'autre» («Είναι ένας πόλεμος λέξεων, δεσποινίς μου. Τίποτε άλλο»).

* Τώρα σοβαρολογείτε, ο Κρόνενμπεργκ δικός μας; Για τον κινηματογράφο τους καμαρώνουν. Ιδιαίτερα για τον Ατόμ Εγκογιάν, τον εθνικό σκηνοθέτη τους-ατομική ενέργεια. Είχα την τύχη να συνομιλήσω μαζί του τηλεφωνικώς προ δύο ετών με αφορμή το «Γλυκό πεπρωμένο». Φέρνω τώρα στο μυαλό μου αυτά που μου έλεγε για τα παιδικά του χρόνια στη μεγαλύτερη χώρα του πλανήτη: «... Ημουν πιτσιρίκος όταν ξεκίνησαν οι πυρηνικές δοκιμές στην Αλάσκα. Τότε ζούσαμε στο νησί Βανκούβερ (σ.σ.: της Βρετανικής Κολομβίας) και ξυπνούσαμε με τον φόβο ότι τεράστια παλιρροϊκά κύματα θα έρθουν να βυθίσουν τη μικρή πόλη μας». Οσο για το έτερο τέκνο του καναδικού σινεμά, τον γκουρού του βιολογικού τρόμου, μα φυσικά τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, δεν διαγιγνώσκω ιδιαίτερο ενθουσιασμό μεταξύ των συμπατριωτών του. Πολύ διεστραμμένα «κλινικός» για τα γούστα τους, αποφασίζω. Κάποιος μάλιστα στο Μόντρεαλ μου είπε με μια αναίδεια που θα σόκαρε κάθε σκληροπυρηνικό σινεφίλ: «Ο Κρόνενμπεργκ; Για χρόνια νόμιζα ότι ήταν Αμερικανός!».

* Η σημασία τού να είσαι ο Ερνεστ. Η επίσκεψή μου στο Εθνικό Συμβούλιο Κινηματογράφου (NFB), στην αγαπημένη μου Rue Saint Denis με τα καναδοπαριζιάνικα καφέ, θα γίνει η αιτία για την πρώτη μου επαφή με τον Ερνεστ. Δεν με πολυπειράζει που είναι έτσι αδιάφορος απέναντί μου. Τι να περιμένεις, μονολογώ, από ένα μονόχνοτο και σχεδόν υδροκέφαλο ρομπότ το οποίο σκαλίζει νυχθημερόν 6.000 δισκάκια λέιζερ; Πάντως η ξενάγησή μου στη CineRobotheque, όπως αποκαλούν την ψηφιακή βιβλιοθήκη του Ερνεστ (πήρε, λέει, το όνομά του από τον κ. Ερνεστ Χάρετ, τον πρώτο ιδιοκτήτη σινεμά της Βόρειας Αμερικής), έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Με τρία δολάρια την ώρα κάθεσαι αναπαυτικά στην ατομική σου οθόνη και επιλέγεις από ένα ασύλληπτο κινηματογραφικό αρχείο (με μυθοπλασία, ντοκυμαντέρ και animation) ό,τι τραβάει η ψυχή σου από την καναδική, εννοείται, παραγωγή. Η επιλογή μπορεί να γίνει κατά θέμα, συντελεστές, χρονολογία... Το ρομπότ λαμβάνει εντός δευτερολέπτων την εντολή σου, «σερβίροντας» πάραυτα το φιλμ της αρεσκείας σου. Διαλέγω ένα ποτ πουρί από καρτούν, μια συνέντευξη της Μάργκαρετ Ατγουντ και ένα ντοκυμαντέρ για τον βίο του Λέοναρντ Κοέν στο Μόντρεαλ και στην Υδρα! Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το National Film Board ρίξτε μια ματιά στη διεύθυνση: www.nfb.ca.

* Αναζητώντας τον Εναν από τους Επτά. Στις αρχές της δεκαετίας του '10 μαζεύονταν για τσάι και σιρόπι σφενδάμνου στη Λέσχη των Τεχνών και των Γραμμάτων του Τορόντο. Η «Ομάδα των Επτά» (Τομ Τόμσον, Τζ. Μακ Ντόναλντ, Λόρεν Χάρις, Αρθουρ Λίσμερ, Φρανκ Τζόνστον, Φ.Χ. Βάρλεϊ, Α. Τζάκσον) είναι ίσως η πλέον απτή απόδειξη μιας αυτάρκους καναδικής εικαστικής κοινότητας, που αρχικά γαλουχήθηκε με γαλλικό ιμπρεσιονισμό και μετά πήρε ανήσυχη τον δρόμο της. Βέβαια ο Τόμσον (εξαιτίας κυρίως του ανεξήγητου ως σήμερα θανάτου του το 1917 στη λίμνη Canoe του Algonquin Park) ήταν εκείνος που στοίχειωσε για πάντα την καναδική τέχνη και συνείδηση. Κοιτάζω τους πίνακές του με τα τοπία του Βορρά στην Εθνική Πινακοθήκη της Οττάβας και καταλαβαίνω γιατί.

(πηγή: ΒΗΜΑ)

Ιάβα

Κοντά στη Γιοτζακάρτα, την πρωτεύουσα της Κεντρικής Ιάβας, βρίσκεται το μεγαλύτερο βουδιστικό μνημείο της Γης

Σλαμάτ παγκί, ήγουν «καλημέρα» σε άψογα ινδονησιακά, μου ψιθύρισε στο τηλέφωνο η ρεσεψιονίστ στις τέσσερις το πρωί. Μόλις συνειδητοποίησα πού βρισκόμουν άρχισα πάλι να καταριέμαι τον εαυτό μου για την έμπνευσή του να έρθει στο Μπαλί τέλη Νοέμβρη, δηλαδή περίοδο βροχών. Ανοιξα τις κουρτίνες. Πυκνές ριπές τροπικής καταιγίδας σάρωναν τους κήπους του ξενοδοχείου. Αστραπές αυλάκωναν τη φαιά ουσία του στερεώματος. Και το χειρότερο: η αεροπορική εταιρεία Μάνταλα (με έμβλημα τον Ρόδακα της Τύχης, τι ειρωνεία) μας περίμενε στο αεροδρόμιο για την πρώτη πρωινή της πτήση προς την κεντρική Ιάβα όπου θα επισκεπτόμασταν το όγδοο θαύμα του κόσμου, το μεγαλύτερο βουδιστικό μνημείο του πλανήτη, στη στούπα Μπορομπουντούρ. Λοιδορώντας το κάρμα μου, το σατόρι κι όλη τη Ζεν Αβέστα, άνοιξα την ομπρέλα μου και χύθηκα στα νερά. Θερμοκρασία στις 8 μοίρες νοτίως του Ισημερινού, 30 βαθμοί Κελσίου. Το κλειδί της βουδιστικής διδασκαλίας είναι το πνεύμα της αποπροσκόλλησης. Τον έκτο π.Χ. αιώνα και ενώ ήταν 29 ετών, ο πρίγκιπας Σιδάρτα Γκοτάμα απεκδύθηκε των τίτλων και των αξιωμάτων του για να γίνει ασκητής και να βρει το αίτιο της συμπαντικής οδύνης. Καθισμένος κάποιο βράδυ κάτω από ένα δέντρο, γλίστρησε προς τη φώτιση (βλέπε Νεύτων). Εκτοτε, ο άλλοτε πρίγκιπας του Νεπάλ έγινε γνωστός ως Βούδας, δηλαδή φωτισμένος.

Για να φτάσει ο άνθρωπος στη Νιρβάνα, στην έσχατη γαλήνη και φώτιση, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η οδύνη οφείλεται στην επιθυμία. Ο διαλογισμός και η εσωτερική συγκέντρωση οδηγούν το άτομο στην απαγκίστρωση από τις επιθυμίες. Η στούπα που πηγαίναμε να δούμε δεν ήταν κάποιος ναός ή ιερό, ήταν ακριβώς το σύμβολο αυτής της απαγκίστρωσης. Υστερα από μιάμιση ώρα πτήση, προσγειωθήκαμε στη Γιοτζακάρτα, πρωτεύουσα της κεντρικής Ιάβας. Στο ίδιο νησί βρίσκεται και η Σουραμπάγια Τζόνι, Σουραμπάγια αλλά και η Τζακάρτα, πρωτεύουσα ολόκληρης της Ινδονησίας, που αποτελείται από ένα σύμπλεγμα περίπου 14.000 νησιών, ένα μουσουλμανικό αρχιπέλαγος στην καρδιά του ινδουισμού και του βουδισμού.

Η Γιοτζακάρτα είναι μια πανεπιστημιούπολη με το παλάτι του σουλτάνου στο κέντρο της και δεκάδες εκατοντάδες χιλιάδες μπετσάκ να τη διασχίζουν απ' άκρη σ' άκρη. Μπετσάκ είναι ένα όχημα υβρίδιο ανάμεσα σε ποδήλατο και άμαξα. Φυσικά πριν ανέβεις, κάνεις παζάρι και τον σταυρό σου. Οι εγχώριοι μπετσακτσήδες οδηγούν όπως οι ταξιτζήδες της Κωνσταντινούπολης ή οι ιδιοκτήτες βενζινοκίνητων τουκ τουκ στην Μπανγκόκ. Πολύ αργά για να κάνεις τη διαθήκη σου, πολύ γρήγορα για να κατέβεις.
Μία ώρα περίπου βόρεια της Πλούσιας και Καλότυχης (γιατί αυτό σημαίνει Γιοτζακάρτα) βρίσκεται η μεγαλύτερη στούπα της Γης, το Μπορομπουντούρ. Σε αντίθεση με τον ναό που έχει εσωτερικούς χώρους, η στούπα είναι ένα συμπαγές μνημείο χωρίς ενδοχώρο. Στο αντίστοιχο λήμμα ο επίτομος «Πάπυρος» μιλάει για νεκρικόν μνημείον εντός του οποίου απετίθετο η τέφρα ή λείψανα των βουδών (σοφών αξιωθέντων της Νιρβάνας). Φανταστείτε λοιπόν ένα τέτοιο κτίσμα από ηφαιστειακή πέτρα να ακουμπάει πάνω σε ένα λόφο, σε μια πέτρινη βάση 200 τετραγωνικών μέτρων, και να ανεβαίνει ψηλά εννέα πατώματα. Το θέαμα είναι συγκλονιστικό. Χρειάστηκαν εκατό χρόνια για να χτιστεί, τον 7ο μ.Χ. αιώνα, και έχει τη μορφή καμπάνας που ακουμπά στη γη. Αποδίδει σχηματικά την κεντρική ιδέα του βουδισμού για την αποπροσκόλληση από τα υλικά αγαθά και την προσέγγιση της Νιρβάνας. Ο βουδιστής μοναχός, είχε πει ο Σιδάρτα, πρώτα πετάει καταγής το ρούχο του (και αυτό αποτελεί τη βάση της στούπας), ύστερα τη γαβάθα του φαγητού του (και αυτό είναι η ανεστραμμένη καμπάνα) και τέλος το ραβδί του που τον στηρίζει στη γη (το κοτσάνι πάνω από την καμπάνα). Η στούπα, επομένως, είναι η εικονική ενόραση του βουδιστικού δρόμου προς τη Νιρβάνα.

Οι προσκυνητές που έρχονται εδώ να διαλογιστούν, ξεκινούν από τη βάση της στούπας λέγοντας ενδόμυχα προσευχές και αφού κάνουν διαδοχικά τον κύκλο των οκτώ πατωμάτων, περνώντας δηλαδή την Οκταπλή Ατραπό της Αυτανάπτυξης, φτάνουν στο ένατο πάτωμα που συμβολίζει την εξάλειψη της οδύνης, ήτοι τη Νιρβάνα. Ο διαλογιζόμενος για να φτάσει κυκλικά στην κορυφή διανύει μια απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων, ενώ γύρω του πλήθη τουριστών είτε προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τα ιερόγλυφα του έπους Ραμαγιάνα, είτε να τραβήξουν φωτογραφίες του κοντινότερου ενεργού ηφαιστείου που η κόκκινη λάβα του διακρίνεται το βράδυ από τα εγγύς ξενοδοχεία, είτε να αγγίξουν μέσα από το δικτυωτό πλέγμα μιας μικρότερης στούπας το χέρι ενός από τους εβδομήντα δύο έγκλειστους Βούδες που κοσμούν τα τελευταία τρία πατώματα. Το άγγιγμα του συγκεκριμένου Βούδα λένε ότι φέρνει τύχη και είναι απόλαυση να βλέπει κανείς τους μικρόσωμους γιαπωνέζους τουρίστες να βογκάνε στην προσπάθειά τους να τεντώσουν όσο γίνεται τα βραχύσωμα μέλη τους επικαλούμενοι μυστικά το όνομα του άγιου Προκρούστη.

Ενας ίλιγγος με είχε καταλάβει στην κορυφή του Μπορομπουντούρ, μια αίσθηση υπνωτικής μετεώρισης, μια λαχτάρα να ανοίξω τα χέρια μου και να πετάξω (ένα σύνδρομο που χτυπάει συχνά πυκνά τους απογόνους της μινωικής Κνωσού, γνωστό και σα νόσος του Ικαρου). Η Ελευθερία τα 'χε βάλει με κάτι τουρίστες που δεν της άδειαζαν τον τόπο για να φωτογραφήσει. Ο εξηντάρης ξεναγός μας ξαπόσταινε μ' ένα βλέμμα μελαγχολικό και θλιμμένο. «Ελλάδα. Ωνάσης» μου είχε πει πρωτύτερα. «Καράβια. Εσείς πολλά λεφτά». Αδύνατον να τον βγάλω απ' την πλάνη του. Αλλωστε, μου εξήγησε, με τον μισθό του δεκαπέντε χιλιάδες ελληνικές δραχμές μηνιαίως ήταν αδύνατο να ταξιδέψει ποτέ πέρα από τον τόπο του και να γνωρίσει (όπως εμείς, οι πλούσιοι) άλλες χώρες. Μμμ... Ηταν μια άποψη. Η ευαίσθητη υδροχοϊκή ψυχή μου δάκρυσε. Σημείωσα να του εγχειρίσω με το τέλος της ξενάγησης 20.000 ρουπίες. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε.

Αργότερα θα μάθαινα ότι την περίοδο της τουριστικής αιχμής χρειάζεται κανείς δύο ώρες στην ουρά για να φτάσει ως την είσοδο του μνημείου και άλλες τόσες για να επιστρέψει στο λεωφορείο του. Ισως και να μην ήμασταν τόσο άτυχοι τελικά που είχαμε βρεθεί στην Ινδονησία την περίοδο των βροχών. Εξάλλου εκείνη την ημέρα έβρεχε μονάχα στο γειτονικό Μπαλί. Εμείς είχαμε αγγίξει το χέρι του Βούδα.

Αν βρίσκεστε στο Μπαλί, μπορείτε να κάνετε αυτή την εκδρομή μέσα σε μία ημέρα. Υστερα από μισή ώρα πτήσης προσγειώνεστε στο αεροδρόμιο της Γιοτζακάρτα. Κάντε μια περιήγηση στην πόλη της Γιοτζακάρτα, δείτε το παλάτι του σουλτάνου στο κέντρο, απολαύστε τις μυριάδες πουλιά στην αγορά πτηνών και περιηγηθείτε στο παλιό ολλανδικό κάστρο που έχει πρόσφατα ανακαινιστεί. Επειτα επιβιβαστείτε σε ένα λεωφορείο ή σε ένα ταξί για το Μπορομπουντούρ (στα σανσκριτικά: Το βουδιστικό μοναστήρι στον λόφο). Σε μία ώρα θα είστε μπροστά στο συγκλονιστικό θέαμα που προσφέρει. Περιπλανηθείτε δύο-τρεις ώρες. Ανεβείτε στο ψηλότερο σημείο του. Αφήστε την ψυχή σας να πετάξει. Διαλογιστείτε γύρω από τη ματαιότητα του υλιστικού τούτου κόσμου. Και ύστερα επιστρέψτε ανανεωμένοι στο ακριβό σας ξενοδοχείο στο Μπαλί.

(πηγή: ΒΗΜΑ)

Γαλλική Πολυνησία

«Από πού είστε;». «Από την Ελλάδα». Σιωπή. «Και πού είναι αυτή η Ελλάδα;». «Στην Ευρώπη». «Εχετε παιδιά;». «Οχι». «Α! Τεμπέληδες θα είναι οι άντρες στην Ελλάδα». Υποκλίνομαι. Ομολογώ ότι ποτέ δεν είχα σκεφτεί την τεμπελιά. Πολλά ακούει κανείς για τους Ελληνες. Τεμπέληδες όμως επειδή δεν τεκνοποιούν... Ο κύριος, πάντως, που διατυπώνει με τη μεγαλύτερη απλότητα την άποψη αυτή έχει δίκιο στη χώρα του, στη Γαλλική Πολυνησία, οι άρρενες δεν τεμπελιάζουν: από την Ταϊτή ως το απομακρυσμένο Νούκου Χίβα, στα νησιά που απλώνονται σε πέντε αρχιπελάγη σε μια θαλάσσια έκταση ίση με την Ευρώπη το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού είναι παιδιά. Παιδιά ξεχωριστά, απόγονοι Πολυνήσιων με αίμα Ευρωπαίων. Παιδιά που χαμογελούν και μιλούν τη γλώσσα των φωνηέντων ταϊτινή μεταξύ τους, και γαλλικά με τους ξένους.

Οταν ο Αντουάν ντε Μπουγκενβίλ, ο γάλλος λόγιος και ποντοπόρος, έφθασε ασθμαίνων μετά τους ατρόμητους Βρετανούς Γουόλις και Κουκ στην Ταϊτή εντυπωσιάστηκε σε τέτοιο βαθμό που την βάπτισε Νέα Κυθέρεια. Η Αφροδίτη, κατά τη δική του άποψη, θα πρέπει να είχε αναδυθεί από τη θάλασσα αυτού του νησιού και όχι των Κυθήρων, όπως υποστήριξε ο Ησίοδος. Σήμερα στην Ταϊτή η κληρονομιά του Μπουγκενβίλ είναι πανταχού παρούσα: στη χλωρίδα του νησιού οι βουκαμβίλιες κατέχουν ξεχωριστή θέση. Ο γάλλος εξερευνητής είχε πρωτοαντικρίσει το ευγενές φυτό σε ένα από τα ταξίδια του στη Νότιο Αμερική και το μετέφερε στα νησιά της Πολυνησίας δίνοντάς του το όνομά του.

Η Ταϊτή σήμερα δεν είναι ονειρώδης όπως την εποχή όπου ανακαλύφθηκε, τον 18ο αιώνα, σίγουρα όμως διατηρεί αρκετή από τη λάμψη της. Για τους Δυτικούς παραπέμπει σε φυσικές καλλονές, στον Γκογκέν και στην... ανταρσία του Μπάουντι. Η επίσκεψη στην Ταϊτή δεν καταρρίπτει τους μύθους: οι καλλονές θυμίζουν πράγματι γυναίκες του Γκογκέν και όσο για τον διάσημο ζωγράφο, οι επισκέπτες μπορούν να αναπλάσουν τη ζωή του περιδιαβάζοντας στις αλέες του ωραιότατου Μουσείου Γκογκέν, δίπλα στον βοτανικό κήπο, σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα Παπέτε. Οσο για την ανταρσία του Μπάουντι οι Ταϊτινοί αναφέρονται συνήθως σε αυτήν που έγινε τη δεκαετία του... 1960, όταν ο Μάρλον Μπράντο γυρίζοντας την ομώνυμη ταινία ερωτεύθηκε το νησί, παντρεύτηκε μια από τις κατοίκους του και έγινε ο επίσημος πρεσβευτής της Πολυνησίας στον κόσμο.!

Ο διάσημος σταρ επέλεξε βεβαίως ως μια από τις κατοικίες του το ήρεμο Τετιαρόα σε απόσταση 40 χιλιομέτρων βορείως της Ταϊτής και όχι το πολύβουο Παπέτε, την πρωτεύουσα της Πολυνησίας. Το άλλοτε «καλάθι του νερού» είναι σήμερα η πόλη των 100.000 κατοίκων και των 50.000 αυτοκινήτων! Το τελευταίο πράγμα που περίμενα να συναντήσω εδώ ήταν κυκλοφοριακή συμφόρηση. Και όμως η μόδα έχει επιβάλει την οδήγηση κάθε είδους τροχοφόρου, αν και η προτίμηση των κατοίκων στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και στα σκούτερ είναι εμφανής. Τα οχήματα που κινούνται λιγότερο στο Παπέτε είναι οι σταθμευμένες roulotteς, οι καντίνες στο λιμάνι που προσφέρουν πολυνησιακές σπεσιαλιτέ σε τιμές πιο προσιτές. Οι ιδιοκτήτες των κινητών εστιατορίων παινεύουν την ποιότητα του φαγητού: αγοράζουν, λένε, τα υλικά από την αγορά του Παπέτε, φημισμένη σε όλα τα νησιά για την ποικιλία και το χρώμα της. Η αγορά διαθέτει τα πάντα, από πολύχρωμα παρεό και τα αναπόφευκτα μπλουζάκια με λογότυπα του τύπου «Καλώς ήλθατε στον Παράδεισο» ως αστακούς και mahi mahi (αδύνατο να προσδιοριστεί η ονομασία του εν λόγω ψαριού στην ελληνική).

Περπατώντας κατά μήκος της παραλιακής λεωφόρου Πομάρε από το όνομα της μυθικής βασίλισσας της Ταϊτής που κυβέρνησε για 50 περίπου χρόνια τον περασμένο αιώνα την προσοχή μου τραβά ένα εξαιρετικό τροχοφόρο ένα φορτηγό - λεωφορείο σαν αυτά που κυκλοφορούσαν στο Βιετνάμ, στις αμερικανικές ταινίες με θέμα τον συγκεκριμένο πόλεμο. Εδώ όμως οι επιβάτες είναι πιο προσηνείς από τους συνήθως τρομοκρατημένους Βιετναμέζους και με πληροφορούν ότι με το truck μπορώ να γυρίσω ένα κομμάτι του νησιού, αν βεβαίως το αντέχει η πλάτη μου. Η ζωή ανήκει στους τολμηρούς, σκέφτομαι, και ακολουθώ μια παρέα παιδιών που πηγαίνει στο Πουέν Βενίς (το Σημάδι της Αφροδίτης) για μπάνιο. Τα παιδιά δείχνουν ενθουσιασμένα και εγώ νομίζω ότι έχω βρεθεί ξαφνικά στη Σαντορίνη: δεν ήξερα ότι υπάρχουν και εδώ παραλίες με μαύρη άμμο. Απολύτως λογικό, ωστόσο, καθώς τα περισσότερα νησιά της Πολυνησίας είναι δημιούργημα ηφαιστειακών εκρήξεων. Χαζεύω τα παιδιά που κολυμπούν κοινότοπο αλλά αληθές: εδώ, όπως και παντού, τόπος είναι οι άνθρωποι.

Τα διαφημιστικά σλόγκαν, άλλωστε, για τη Γαλλική Πολυνησία είναι απολύτως συντονισμένα: «Υπέροχοι άνθρωποι, υπέροχος τόπος». Δεν έχουν άδικο τα ταξιδιωτικά φυλλάδια. Το Καταμαράν έχει αφήσει πίσω του τη νησίδα Μάτε ακατοίκητη με εξαίρεση τους ανθρώπους που δουλεύουν στο μοναδικό αεροδρόμιο και διασχίζει τη διασημότερη λιμνοθάλασσα του κόσμου: του νησιού Μπόρα Μπόρα, συνώνυμου του επίγειου παραδείσου. Νερά πρασινογάλαζα, εντυπωσιακά διάφανα, βλάστηση οργιώδης που διακόπτεται από λωρίδες λευκής άμμου. Κτίσματα ελάχιστα οι περίφημες καλύβες πάνω στο νερό ανήκουν στα πολυτελή ξενοδοχεία και στις πιρόγες. «Θέλετε να δείτε το γεύμα των καρχαριών;». «Ελπίζω πως δεν θα περιλαμβάνει εμένα», απαντώ χαριτωμένα στην animatrice (υπεύθυνη ψυχαγωγίας) του ξενοδοχείου, ενώ προσπαθώ να συγκαλύψω μια κάποια ανησυχία. Καρχαρίες έχω δει μόνο στα ντοκιμαντέρ του Κουστό. «Μη φοβάστε. Το τολμούν ως και οι Αμερικανοί».

Στη στενόμακρη πιρόγα χωρούν όλοι και όλοι δέκα άνθρωποι. Μας προμηθεύουν με σωσίβια και γαλάζιες πετσέτες. Μας περιποιούνται, σκέφτομαι, αλλά πώς μπορείς να είσαι βέβαιος. Ευχάριστη βαρκάδα. Στο σημείο όπου συναντώνται τα συμπαθή σαρκοβόρα ο βαρκάρης - οδηγός σταματά. «Θα με περιμένετε εδώ, σε πέντε λεπτά», λέει σε σπαστά γαλλικά και αγγλικά, καλύπτοντας το φάσμα των τουριστικών γλωσσών, και χάνεται στο νερό. Ξεπροβάλλει επτά λεπτά αργότερα η μεσήλιξ Γαλλίδα τον χρονομέτρησε, λες και σε περίπτωση ατυχήματος θα ήξερε κάποιος από μας τι να κάνει χαμογελαστός: «Ναι είναι εδώ», λέει υπερήφανος. Απλώνει ένα σκοινί γύρω από το μικρό σκάφος και αρπάζει έναν κάδο με ωμό κρέας. «Οσοι από εσάς ξέρουν κολύμπι μπορούν να βουτήξουν με τις μάσκες και τους αναπνευστήρες. Προσοχή, δεν θα απομακρυνθείτε από το σκοινί». Την τελευταία του λέξη ακολουθεί ένα τίναγμα του χεριού. Ταΐζει τα ψαράκια χωρίς ίχνος ανησυχίας. Δεν πρόκειται να δαγκώσουν κανέναν. Οταν πεινούν δεν βλέπουν τίποτε για την ακρίβεια δεν μυρίζουν τίποτε παρά μόνο φαγητό. Δεν αποτόλμησα να ρωτήσω τι συμβαίνει όταν δεν υπάρχει φαγητό. Στην ακτή ένιωσα κατάτι πιο ασφαλής. Η «καλύβα» μου πάνω στο νερό είναι σαφώς πιο θελκτική. Και επιπλέον έχει Θέα στον Ειρηνικό. Συνειδητοποιώ ότι είναι ακόμη εννέα το πρωί και ότι έχω ξυπνήσει ώρες πριν. Οι ημέρες είναι πράγματι ατελείωτες. Δεν μπορώ να επικαλεστώ το μακρύ ταξίδι από την Αθήνα ως το Παπέτε. Εχω πια ξεκουραστεί από τις πολλές 26 ώρες πτήσης και έχω αντιπαρέλθει την κόπωση από τη διαφορά της ώρας. Και όμως ξυπνώ τα χαράματα. Οπως όλοι άλλωστε. Το πρώτο βράδυ μου στο Μπόρα Μπόρα, όπως υπαγορεύουν τα γνήσια μεσογειακά έθιμα, αναζήτησα τροφή στις δέκα το βράδυ. Δείπνησα, τελικώς, σπαρτιατικά με δύο φέτες ανανά και μάνγκο. Αλλοι τόποι, άλλες συνήθειες. Τα εστιατόρια εδώ κλείνουν στις εννέα.

Αποφασίζω να κάνω τον γύρο του νησιού. Τα 32 χιλιόμετρα η περίμετρος του Μπόρα Μπόρα καλύπτονται άνετα με ποδήλατο σε τέσσερις ώρες. Δύσκολο να χαθεί κανείς στο νησί ο μοναδικός δρόμος πηγαίνει κατά μήκος της ακτής. Πανύψηλοι κοκκοφοίνικες με κορμούς που βυθίζονται σχεδόν στο νερό και πρασινόμαυρα, απότομα βουνά που οι κορφές τους χάνονται στην ομίχλη. Στη διαδρομή δεν συναντώ ψυχή. Τα σπίτια απλές κατασκευές από τσίγκο , κρυμμένα τα περισσότερα πίσω από συστάδες δέντρων, είναι θεόκλειστα. Ενα χαμογελαστό κοριτσάκι μού λύνει την απορία: «Είναι Κυριακή σήμερα, κυρία. Είναι όλοι στην εκκλησία». Η μικρή έχει δίκιο. Η Κυριακή είναι όμως, όπως διαπιστώνω, και η μέρα των παπουτσιών. Η θεία Λειτουργία έχει μόλις τελειώσει και οι πιστοί βγαίνουν στο προαύλιο της αυστηρής προτεσταντικής εκκλησίας του Βαϊατάπε, του μοναδικού οικισμού του νησιού, καμαρώνοντας τα λευκά τους δερμάτινα παπούτσια.

Οι Πολυνήσιοι εκδηλώνουν τον σεβασμό τους προς τον Κύριο, που τους γνώρισαν οι Ευρωπαίοι η Ιεραποστολική Εταιρεία του Λονδίνου, τον περασμένο αιώνα, επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο φορώντας παπούτσια. Τους άλλους, τους δικούς τους θεούς, τους λατρεύουν ξυπόλυτοι, τους σέβονται όμως εξίσου. Ο τόπος εξάλλου είναι γεμάτος marae ερείπια αρχαίων πολυνησιακών ναών χτισμένων από πωρόλιθο. «Πιστεύουν ακόμη στα πνεύματα των θεών που κοιμούνται στα marae», λέει ο Μαρκ Εντοους, νεοζηλανδός αρχαιολόγος του Μουσείου της Ταϊτής και των νήσων. «Αλίμονό μας αν τα ξυπνήσουμε. Μπορούν να θυμώσουν πολύ». Η νέα νομοθεσία στη Γαλλική Πολυνησία επιδεικνύει ιδιαίτερη ευαισθησία στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος. Οι άδειες για τη λειτουργία των ξενοδοχείων δίνονται πλέον μόνο στην περίπτωση όπου στους συγκεκριμένους χώρους δεν υπάρχουν αρχαιολογικά μνημεία.

Marae όμως και μάλιστα από τα πλέον εντυπωσιακά υπάρχουν στη «νήσο της κίτρινης σαύρας». Η νήσος Μοορέα σε απόσταση αναπνοής 17 χιλιόμετρα από την Ταϊτή υπερηφανεύεται για τον αρχαιολογικό της πλούτο και για τις φυσικές ομορφιές της. Οι τουριστικοί οδηγοί επισημαίνουν ότι ορισμένες από τις ωραιότερες παραλίες, αρχής γενομένης από την παραλία Τεμάε, βρίσκονται εδώ. Οι οδηγοί δεν σφάλλουν υπέροχες οι παραλίες και ζεστά τα νερά του Ειρηνικού. Απαραίτητα, πάντως, στο κολύμπι τα πλαστικά παπούτσια του νερού, αυτά της παιδικής μας ηλικίας. Τα κοράλλια κρυμμένα κάτω από την άμμο του βυθού δεν αστειεύονται). «Η Μοορέα είναι διαφορετική. Είναι το πιο όμορφο νησί των Σοσιετέ και το πιο ήσυχο. Εδώ ακούτε την ηρεμία», με ενημερώνει η Μάτε, η οδηγός του ταξί που εκτελεί και χρέη ξεναγού, ενώ βρισκόμαστε στο βασιλικό marae στην Κοιλάδα Οπουνόχου. Ο ναός, ό,τι έχει απομείνει από αυτόν, έχει χορταριάσει υπάρχει βεβαίως η γραφική αναπαράστασή του σε μια παράπλευρη πινακίδα για όσους επιθυμούν να αναπλάσουν με τη φαντασία τους τον μεγαλύτερο πολυνησιακό οικισμό στον Ειρηνικό Ωκεανό πριν από την άφιξη των Ευρωπαίων. «Στο βασιλικό marae παίρνονταν όλες οι σπουδαίες αποφάσεις και όταν κρινόταν απαραίτητο γίνονταν και ανθρωποθυσίες», διευκρινίζει η Μάτε. Οπως οι περισσότεροι Πολυνήσιοι, είναι απολύτως εξοικειωμένη με το κομμάτι αυτό του πολιτισμού της χώρας της και στα επιτιμητικά βλέμματα ορισμένων τουριστών απαντά χαμογελώντας ότι σε όλες τις θρησκείες συναντά κανείς αντίστοιχες συνήθειες. «Μήπως ο Αβραάμ δεν ήταν έτοιμος να θυσιάσει το τέκνο του;».

Παρά την τρομακτική ανάπτυξη του τουρισμού, η Μοορέα διατηρεί αρκετή από την ήρεμη αίγλη της. Ο όρμος του Κουκ δεν μοιάζει να έχει αλλάξει δραματικά από το 1777, όταν ο βρετανός θαλασσοπόρος, στο τρίτο ταξίδι του στον Ειρηνικό, έφθασε εδώ. Για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, ο Κάπτεν Κουκ δεν αγκυροβόλησε σε αυτόν τον όρμο αλλά στον όρμο Οπουνόχου τι σημασία έχει όμως. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι ότι τα λιγοστά κτίσματα στον όρμο του Κουκ είναι τόσο καλά κρυμμένα που δίνουν την αίσθηση του ακατοίκητου. Αίσθηση που γίνεται ακόμη πιο έντονη από την απουσία ηλεκτρικών συρμάτων. Η ηλεκτροδότηση του νησιού γίνεται διά της υπογείας οδού και οι κάτοικοι είναι ιδιαιτέρως περήφανοι για αυτό.

Από τα θετικά της αποικιοκρατίας, μαζί με τις κομψές επαύλεις και τις φυτείες της βανίλιας. Για 100 περίπου χρόνια, από το 1860 ως το 1960, η βανίλια στήριζε την οικονομία του νησιού. Ωραιότατη και πανάκριβη, ήταν το κύριο εξαγώγιμο προϊόν ως την άφιξη των ζιζανίων. Το πολύτιμο φυτό εξαλείφθηκε ως είδος και σήμερα τη θέση του κατέχει ο ανανάς. Ανανάδες πραγματικοί, εύγευστοι, που δεν φθάνουν συνήθως στην Ευρώπη και που το χρώμα τους δεν περιορίζεται στο ωχρό κίτρινο. Τα χρώματα στην Πολυνησία στα φρούτα, στα λουλούδια ή και στα ρούχα των ανθρώπων είναι απολύτως μπαρόκ. Το τροπικό φως εδώ δεν φθίνει ποτέ, ούτε ακόμη και στο ηλιοβασίλεμα. Χάνεται απλώς.

ΠΟΥ ΘΑ ΜΕΙΝΕΤΕ
Η Γαλλική Πολυνησία δεν θεωρείται και δεν είναι φθηνός προορισμός. Τα περισσότερα ξενοδοχεία ανήκουν στην κατηγορία πολυτελείας. Είναι γεγονός ότι το σέρβις στα περισσότερα από αυτά είναι άψογο. Οσο για το φαγητό, για εκείνους που δεν είναι εξοικειωμένοι με μια μαγειρική η οποία χρησιμοποιεί ως βάση το γάλα καρύδας, υπάρχει πάντα η γαλλική κουζίνα. Το νερό είναι συνήθως πόσιμο ενώ υπάρχει γκάμα εμφιαλωμένων υδάτων κατά προτίμηση γαλλικών.
Το διάστημα από τα μέσα Απριλίου ως τα τέλη Σεπτεμβρίου είναι η ιδανική περίοδος για να επισκεφθεί κανείς την Πολυνησία. Η μέση θερμοκρασία την περίοδο αυτή δεν ξεπερνά τους 27 βαθμούς και η υγρασία κυμαίνεται σε ανεκτά για τους Δυτικούς επίπεδα. Στον Νότιο Ειρηνικό η υγεία σας δεν διατρέχει ιδιαίτερους κινδύνους τα εμβόλια δεν είναι απαραίτητα. Δεν χρειάζεται επιπλέον να ανησυχείτε για πιθανές επιθέσεις κλεφτών. Οι τουρίστες στην Πολυνησία είναι «είδος» που απαντάται συχνά και εκτιμάται ιδιαιτέρως. Η εγκληματικότητα είναι ελάχιστη. Μετά τις εννέα το βράδυ η ζωή περιορίζεται σε ορισμένα night clubs του Παπέτε.

Για τις αγορές σας έχετε να επιλέξετε ανάμεσα σε μαύρα μαργαριτάρια, πολύχρωμα παρεό και καλλυντικά σκευάσματα με βάση το monoi (λάδι που παρασκευάζεται από ινδική καρύδα και τιάρε, την άγρια γαρδένια, το εθνικό σύμβολο της Πολυνησίας). Τα τρία συγκεκριμένα προϊόντα συναντώνται σχεδόν παντού αλλά προτιμότερο είναι να τα αγοράσετε από το Παπέτε. Τα μαύρα μαργαριτάρια βεβαίως κοστίζουν... κάτι περισσότερο. Αυτό επαφίεται στην τσέπη σας και στην «τρελή» σας διάθεση.

(πηγή: BHMA)

Κουάλα Λουμπούρ

Κ. Λ. όπως την αποκαλούν οι κάτοικοί της είναι μια πόλη το νερό του δικτύου της οποίας είναι πόσιμο.

Ιδρύθηκε το 1800, μετά την ανακάλυψη των μεγάλων κοιτασμάτων κασσιτέρου στη συμβολή των ποταμών Klang και Gombak.

Σήμερα, με πληθυσμό 1,5 εκατομμύριο, είναι η πόλη που διαθέτει το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο: τα δίδυμα Petronas των 452 μέτρων.

Πόλη-σταυροδρόμι της Ανατολής, είναι πλημμυρισμένη από 500 ειδών ιβίσκους, μεταξύ των οποίων και η παραλλαγή rosa sinensis, που είναι το εθνικό λουλούδι της χώρας.

(πηγή: BHMA)

Βόρνεο

Κότα Κιναμπάλου, πρωτεύουσα του Σαμπά (Χώρα κάτω από τον Ανεμο) στο Βόρειο Βόρνεο. Την επαρχία που ως το 1963 ονομαζόταν Βόρειο Βρετανικό Βόρνεο. Τη γωνιά αυτή της Γης που είναι ο βοτανολογικός παράδεισος, με τα 4.000 είδη φυτών, τη χώρα των ουρακοτάγκων.


Το Κιναμπάλου είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή έξαρση της φύσης στη Βόρεια Βόρνεο. Με την κορυφή του στα 4.095 μ., το Κιναμπάλου είναι ψηλότερο ανάμεσα στα Ιμαλάια και στα οροπέδια της Ιριαν Τζάγια. Σύμφωνα με τους γεωλόγους, το βουνό είναι βρέφος. Πριν από 9.000.000 χρόνια, μια τεράστια μάζα μάγματος που είχε διαπεράσει τον ωκεάνιο φλοιό άρχισε να παγώνει και να γίνεται γρανίτης. Το έδαφος από κάτω μπορούσε να στηρίζει μια κορυφή από πάγο και σιγά σιγά η διαβρωτική δράση του πάγου εξέθεσε τον γρανιτένιο πυρήνα του Κιναμπάλου δίνοντάς του αυτά τα μυτερά χαρακτηριστικά. Ο πάγος έλιωσε πριν από 3.000 χρόνια, αλλά ο αέρας και η βροχή συνέχισαν το διαβρωτικό έργο τους. Οι ειδικοί λένε ότι το βουνό συνεχίζει να ψηλώνει γύρω στα πέντε χιλιοστά τον χρόνο! Εξαιτίας της γεωλογίας και της απομόνωσής του, το Κιναμπάλου έχει το δικό του κλίμα που περιγράφεται από τον εθνολόγο Τομ Χάρισον ως «μείγμα συννεφιάς και αέρα, βροχής, κρύου και ζέστης, από το δάσος που βρίσκεται παρακάτω». Αυτό βοηθά στην εμφάνιση της τεράστιας ποικιλίας φυτών και ζώων που υπάρχουν εδώ. Είκοσι έξι είδη ανθοφόρων ροδόδεντρων, εννέα είδη σαρκοφάγων φυτών, πάνω από 1.000 είδη ορχιδέων, 40 είδη οξιάς, 400 είδη φτέρης και περισσότερα από 300 είδη πουλιών! Το Schefflera Sp. Araliacease, οι ρίζες του οποίου όταν κοπούν και τοποθετηθούν σε ζεστό νερό δίνουν ένα ρόφημα το οποίο δυναμώνει τα κόκαλα της σπονδυλικής στήλης. Ενα μυστικό των μικρόσωμων γυναικών της περιοχής που με άνεση σηκώνουν 50-60 κιλά ανανάδων για να τα μεταφέρουν από το σημείο κοπής στο υπόστεγο, καμιά φορά και 500-600 μέτρα πιο μακριά! Το ρόφημα αυτό όμως κάνει καλό μόνο στις μεγάλες γυναίκες, γιατί αν το χρησιμοποιήσουν νέες κοπέλες κινδυνεύουν να μην κάνουν παιδιά, μια και, όπως λένε οι βοτανολόγοι, επηρεάζει αρνητικά τη γονιμότητα! Η μικρότερη ορχιδέα του κόσμου, δύο-τρία χιλιοστά, ένα μικροσκοπικό κίτρινου χρώματος παράσιτο πάνω σε μια φτέρη, καθώς και την πιο σπάνια ορχιδέα του κόσμου, την Paphopedium Rothschildianium, η ορχιδέα-παντόφλα κόκκινου χρώματος. Υπάρχει μόνο στο πάρκο Κιναμπάλου και στον περίφημο κήπο Kew του Λονδίνου. Ανάμεσα στα ονομαστά και περίεργα παρασιτικά φυτά των δένδρων όπως οι φτέρες, τα κλήματα, οι ορχιδέες, τα φυτά υδρία ή σαρκοβόρα φυτά με τα 60 διαφορετικά είδη τους στην Ασία, αποτελούν αντικείμενο μεγάλου ενδιαφέροντος στα δάση της βροχής. Οι κάτοικοι τα ονομάζουν «δοχεία των πιθήκων», γιατί κατά τις περιόδους ξηρασίας, όταν οι πίθηκοι διψούν και δεν μπορούν να βρουν νερό, πίνουν το υγρό από αυτά τα φυτά. Αποτελούν μέρος του φύλλου και ζουν από έξι εβδομάδες ως έξι χρόνια γι' αυτό και είναι τα μακροβιότερα φυτά στη Γη. Το επιστημονικό όνομά τους είναι Nepenthacae και δόθηκε τον 18ο αιώνα από τον σουηδό βοτανολόγο Linnaeus, καθώς ο τελευταίος ήταν μαγεμένος από τις ιστορίες των Σειρήνων των ομηρικών στίχων. Μόνο που η τύχη των μικρών εντόμων που φθάνουν στο χείλος των φυτών αυτών (η αποσύνθεση και ο αργός θάνατος μέσα στον πυθμένα του υγρού περιεχομένου των σαρκοβόρων αυτών φυτών) δεν έχει καμία σχέση με την ηδονική ευχαρίστηση που πρόσφεραν οι Σειρήνες του αρχαίου έλληνα ποιητή. Από τον πυθμένα των σαρκοβόρων αυτών φυτών ξέφευγαν μερικά κουνούπια και ένα είδος μυρμηγκιών (Colobopsis), για τα οποία ούτε η Neptenthes Raja με μεγάλο όγκο υγρού, σχεδόν ένα λίτρο, δεν αποτελεί θανάσιμη παγίδα.

Ποταμός Κιναμπαταγκάν (Kinabatangan). Ο ποταμός αυτός είναι μεγαλύτερος από τον Σαμπά και λόγω της θέσης του στη ζούγκλα έχει στρατηγική σημασία για τη διαβίωση πουλιών και ζώων. Πολλοί πιστεύουν ότι επειδή η Κίνα και η νήσος Βόρνεο είχαν εμπορικές σχέσεις από το 631 μ.Χ., το όνομα του ποταμού προέρχεται από τις λέξεις Κίνα και Μπατάνκ (μακρύς ποταμός).
Το καταφύγιο άγριων ζώων είναι ένα από τα δύο σε ολόκληρο τον κόσμο που φιλοξενεί 10 πρωτεύοντα είδη άγριων ζώων και τέσσερα είδη μαϊμούδων. Υπάρχουν εδώ ο ασιατικός ελέφαντας, ο ρινόκερος της Σουμάτρας, αρκούδες, ελάφια, αγριόγατες, λεοπαρδάλεις, φίδια, σαύρες και κροκόδειλοι, 27 είδη νυχτερίδων και 200 είδη πουλιών.

Οι πίθηκοι με προβοσκίδα (Proboscis monkeys), κατά την αγγλίδα συγγραφέα Ελισάβετ Μπένετ, ζουν μόνο στη νήσο Βόρνεο, σε δάση που διασχίζονται από μεγάλα ποτάμια και βρίσκονται κοντά στις ακτές. Σπάνια μπορούμε να τους δούμε σε περιοχές της ενδοχώρας του νησιού. Κανείς δεν γνωρίζει γιατί ζουν μόνο σε αυτή την περιοχή. Ισως οι διατροφικές ανάγκες τους είναι ένας καθοριστικός παράγοντας. Η πρώτη αναφορά στα περίεργα αυτά ζώα έγινε το 1848 από τον άγγλο αξιωματικό Hugh Low, ακολούθησαν αρκετές άλλες, που ανέφεραν το περίεργο της ύπαρξης μακριάς μύτης η οποία τις περισσότερες φορές είναι μακριά ως το σαγόνι τους, ιδιαίτερα των αρσενικών. Πολλές θεωρίες προσπάθησαν να εξηγήσουν την ύπαρξη αυτής της μακριάς μύτης. Μια πρόσφατη ίσως είναι κοντά στην αλήθεια. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι, όπως στους ελέφαντες τα μεγάλα αφτιά, έτσι και σε αυτό το είδος των πιθήκων η μεγάλη μύτη λειτουργεί ως μέσο απώλειας θερμότητας, μια που οι πίθηκοι αυτοί ζουν σε περιοχές με υψηλή θερμοκρασία. Μια πιο παλιά θεωρία, του εξερευνητή φυσιοδίφη Μπεκάρι το 1904, που έλεγε ότι βάσει του δαρβινικού νόμου της εξέλιξης των ειδών η προτίμηση των θηλυκών για αρσενικά με έντονη μύτη έδωσε τη γενετική επιθυμία στην εξέλιξη αυτών των πιθήκων, σήμερα βρίσκει αρκετό έδαφος υποστήριξης.

Περιοχή Σαμπά. Περισσότερα από 270 είδη πουλιών βρίσκονται εδώ, όπως τα Hornbills, που ονομάζονται έτσι από το σχήμα του ράμφους τους: πολλές φορές παρουσιάζουν ένα παραπάνω εξόγκωμα πάνω από το ράμφος. Αυτό είναι δέρμα και κόκαλο με υφή «κυψέλης» και βοηθά στο να κάνει πιο δυνατή τη φωνή τους. Επίσης από τα πιο σπάνια αρπακτικά, ο μαϊμοδοφάγος αετός, το παγόνι Great Argus, το πουλί-ράφτης με μακριά ουρά, που φτιάχνει τη φωλιά του με δύο ή περισσότερα φύλλα ραμμένα μεταξύ τους! Χρησιμοποιεί το ράμφος του σαν βελόνα και περνάει ιστό αράχνης ή φυτικές ίνες από τις τρύπες που έχει κάνει. Ο κρεμαστός παπαγάλος, το πράσινο broadhill που ακούγεται σαν βάτραχος, τα μαύρα και άσπρα χελιδόνια και οι περιζήτητες φωλιές τους που είναι φτιαγμένες από το σάλιο τους, το οποίο σκληραίνει σαν τσιμέντο. Σε ένα κέντρο αποκατάστασης οι κοντινοί συγγενείς μας εκπαιδεύονται για να επανέλθουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Από τα ζώα της οικογένειας των κοντινών συγγενών μας, οι ουρακοτάγκοι (άνθρωπος των δασών, Orang-Utan-Pongo Pygmaeus) ήταν οι τελευταίοι που μελετήθηκαν. Ισως γιατί είναι γεωγραφικά, γενετικά και κοινωνικά απομακρυσμένοι και βρίσκουν λιγότερη προσοχή από τους αφρικανικούς πιθήκους, χιμπατζήδες, γορίλες. Οι ουρακοτάγκοι ξέκοψαν από την οικογένεια 13 εκατομμύρια χρόνια πριν και έγιναν το μεγαλύτερο ζώο του πλανήτη. Είκοσι χιλιάδες χρόνια πριν, βρέθηκαν σε όλη τη ΝΑ Ασία ως την Κίνα. Σήμερα όμως υπάρχουν μόνο στη νήσο Βόρνεο και στη Σουμάτρα. Υπολογίζεται ότι μόνο 43.000-93.000 ουρακοτάγκοι ζουν σήμερα, εκ των οποίων 20.000 στην περιοχή Σαμπά. Το ύψος τους είναι περίπου 1,40 μ., ζυγίζουν 40-70 κιλά και ζουν περίπου 30 χρόνια.

Γενετικά είναι πιο μακριά από τους χιμπατζήδες, με τους οποίους μοιάζουμε κατά 98,4%, ή με τους γορίλες, με τους οποίους μοιάζουμε κατά 97,7%. Σύμφωνα με μια μελέτη, οι ουρακοτάγκοι έχουν το 96,4% του DNA τους όμοιο με του ανθρώπου. Ωστόσο το ποσοστό ευφυΐας και στα τρία είδη είναι στο ίδιο επίπεδο. Το παράξενο στους ουρακοτάγκους είναι ότι με την πρώτη ματιά δεν φαίνεται καμία κοινωνική συμπεριφορά. Δείχνουν αντικοινωνικοί, περνώντας μόνοι τους πολλές ώρες, εκτός από τις μαμάδες που είναι με τα μικρά τους. Αλλά οι έρευνες έδειξαν ότι έχουν κοινωνική ζωή, απλώς γίνεται σε αργή κίνηση και από απόσταση! Ο αριθμός των επαφών των χιμπατζήδων με συγγενείς και φίλους σε μία ημέρα είναι όσες κάνουν οι ουρακοτάγκοι σε ένα χρόνο! Ωστόσο ξέρουν πού βρίσκονται οι γείτονές τους. Αυτή η κοινωνική ζωή είναι αποτέλεσμα της δίαιτας και του μεγέθους των ουρακοτάγκων. Τρώγοντας μόνοι τους είναι ο καλύτερος τρόπος για να μην απογυμνώσουν κάποια περιοχή. Το μωρό ουρακοτάγκος έχει τη μακρύτερη παιδική ηλικία μεταξύ όλων των ζώων της Γης (επτά-οκτώ χρόνια), τα δε θηλυκά φλερτάρουν πολύ λίγες φορές και τα αρσενικά πρέπει να είναι στον σωστό τόπο, στη σωστή ώρα! Οι ουρακοτάγκοι αντιμετωπίζουν δύο κινδύνους: την απώλεια του οικοσυστήματός τους, δηλαδή των τροπικών δασών, και τη δική τους εξαφάνιση. Τα μωρά πουλιούνται εύκολα! Αν αυτά πιαστούν από την αστυνομία, στέλνονται στο ειδικό κέντρο αποκατάστασης και εκεί διδάσκονται πώς να συνηθίζουν τη ζωή στο δάσος.

Το Κέντρο Αποκατάστασης Ορφανών Ουρακοτάγκων στο Σεπίλοκ (Sepilok) είναι το πρώτο στον κόσμο που ιδρύθηκε το 1964 κέντρο για επανένταξη των ουρακοτάγκων στο φυσικό περιβάλλον τους. Απασχολούνται 37 άνθρωποι, που φροντίζουν τα ζώα σε μια έκταση 43 τετραγωνικών χιλιομέτρων παρθένου δάσους. Τα περισσότερα ζώα που φθάνουν εδώ προέρχονται από ανθρώπους που τα κρατούσαν παράνομα σε κλουβιά. Τα εξετάζουν και για μια περίοδο τριών-έξι μηνών τα έχουν σε ειδική καραντίνα για να μειώσουν την πιθανότητα να μολύνουν τα άλλα ζώα από τυχόν ασθένειες. Τον πρώτο χρόνο προσαρμογής τα μικρά ορφανά μαθαίνουν τον τρόπο να επιβιώνουν μακριά από τις μητέρες τους. Δηλαδή μαθαίνουν να σκαρφαλώνουν στα δένδρα. Για τα ζώα που έχουν ήδη μάθει, το τρίτο στάδιο είναι να δέχονται τροφή συγκεκριμένη ώρα στην πλατφόρμα Α μέσα στο δάσος. Η τροφή δίνεται από τους εξειδικευμένους φύλακες και αποτελείται από γάλα και μπανάνες. Οταν έπειτα από χρόνια τα ζώα δείξουν σημάδια ανεξαρτησίας και ικανότητας επιβίωσης στο δάσος, δηλαδή μπορούν να βρίσκουν μόνα τους την τροφή, τότε το τελευταίο στάδιο στην πλατφόρμα Β αρχίζει με το να τους χορηγείται μία φορά την ημέρα ελάχιστο φαγητό και έτσι να τους προτρέπουν να αναζητήσουν στις φυλλωσιές του τροπικού δάσους τα μονοπάτια της ζωής τους. Από την έναρξη λειτουργίας του Κέντρου περισσότεροι από 100 ουρακοτάγκοι που θα πέθαιναν σε κλουβιά κάποια ημέρα, βρίσκονται ελεύθεροι και απολαμβάνουν τη μοναδικότητα της ζωής στη ζούγκλα. Εκεί όπου πραγματικά ανήκουν.
Η πτήση από την Κουάλα Λουμπούρ προς την Κότα Κιναμπάλου διαρκεί δυόμισι ώρες. Στο πάρκο Κιναμπάλου, στους πρόποδες του βουνού, υπάρχουν cottages σε πλήρη οργάνωση, για τη φιλοξενία των ταξιδευτών. Βρίσκονται σε απόσταση τριών ωρών με αυτοκίνητο από την πρωτεύουσα. Το «Σουκάου Ρέινφορεστ Λοτζ» (Sukau Rainforest Lodge) βρίσκεται δυόμισι ώρες (175 χιλ.) μακριά από το Σαντακάν (Sandakan), όπου τα Φόκερ της Μαλαισιακής Αεροπορίας κάνουν να φτάσουν 50 λεπτά με την πτήση τους από Κότα Κιναμπάλου (έξι φορές την ημέρα). Διαθέτει 20 δίκλινα δωμάτια, με ανεμιστήρα ηλιακής ενέργειας, σήτα για τα κουνούπια, μπάνιο με ζεστό νερό. Το δείπνο σερβίρεται στην υπαίθρια τραπεζαρία με το φως των κεριών! Το «Βόρνεο Ρέινφορεστ Λοτζ» (Borneo Rainforest Lodge), το αγαπημένο καταφύγιο της σουηδικής βασιλικής οικογένειας, διαθέτει 23 μπαγκαλόου πολυτελείας, δυόμισι ώρες από την πόλη Λαχάντ Ντατού, μέσα σε μια παρθένα ζούγκλα. Η καλύτερη περίοδος για να πάτε είναι από Απρίλιο ως Νοέμβριο. Υπάρχει πλήρης ασφάλεια στις διαδρομές της ζούγκλας.

(πηγή: ΒΗΜΑ)

Βιρμανία

Η «γωνιά» αυτή της Νοτιοανατολικής Ασίας προσφέρει τα πάντα: αμέτρητες παγόδες, απάτητες ζούγκλες και άγριες φυλές, ελέφαντες να βόσκουν και τίγρεις να κυνηγούν στις όχθες των ποταμών, απέραντες φυτείες με φοίνικες και ρυζοχώραφα και μαγευτικές παραλίες στον Ινδικό ωκεανό ή στον Κόλπο της Βεγγάλης.

Αν ταξιδέψετε για τη Βιρμανία, ή Μυανμάρ όπως είναι τώρα το νέο όνομά της, η συμβουλή μου είναι να πάρετε μια πολύ πρωινή πτήση ή καλύτερα μια αργά το απόγευμα. Καθώς ο ήλιος θα ανατέλλει ή θα δύει και θα φωτίζει τους χρυσούς τρούλους στις παγόδες θα βουλιάζει η ματιά σας σε χρυσά ποτάμια, σε χρυσούς ορίζοντες και θα νομίζετε ότι τελειώνετε ένα ονειρικό ταξίδι στο Ελντοράντο.

Το θέαμα είναι τόσο εντυπωσιακό και συναρπαστικό ώστε θα καταλάβετε αμέσως γιατί η χώρα αυτή, που στη μνήμη σας έχει συνδεθεί με τις απάτητες ζούγκλες της «Μπούρμα» και τις λυσσώδεις μάχες σώμα με σώμα Βρετανών και Ιαπώνων στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι πάνω απ' όλα η «χρυσή χώρα» που διαφημίζουν οι τουριστικές αφίσες σε όλα τα αεροδρόμια. Σε μια έκταση πέντε φορές μεγαλύτερη της Ελλάδας η Βιρμανία, η χώρα αυτή της Νοτιοανατολικής Ασίας, που συνορεύει με την Ινδία, το Μπανγκλαντές, την Κίνα, το Λάος και την Ταϊλάνδη, προσφέρει τα πάντα. Απάτητες ζούγκλες στον Βορρά με άγριες φυλές που δεν έχουν υποταχθεί ποτέ στην εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης, με πάνω από 10.000 ελέφαντες και 2.000 τίγρεις να βόσκουν ή να κυνηγούν στις όχθες των ποταμών, με μεγαλύτερο τον Ayeyarwady, απέραντες φυτείες με φοίνικες και ρυζοχώραφα στο δέλτα του Yangon και μαγευτικές παραλίες στον Ινδικό ωκεανό, στη θάλασσα Andaman ή στον Κόλπο της Βεγγάλης.

Πάνω απ' όλα αυτά όμως, που μπορεί να τα βρείτε επίσης στις γειτονικές χώρες, η Βιρμανία ξεχωρίζει ακριβώς για το πλήθος των ναών της και για τα εκατομμύρια αγάλματα του Βούδα που ευλαβικά προσκυνούν καθημερινά τα 50 και πλέον εκατομμύρια των κατοίκων της. Οι χιλιάδες παγόδες με τους άπειρους χρυσούς τρούλους, που όταν τους φωτίζει ο ήλιος χρυσίζουν όλο τον ορίζοντα και σβήνουν από τα μάτια όλα τα άλλα χρώματα, είναι αυτοί που κάνουν τη χώρα μοναδική. Και στην Κεϋλάνη και στην Ταϊλάνδη και φυσικά στο Θιβέτ η βουδιστική τέχνη έδωσε αριστουργήματα που αφήνουν άφωνο τον επισκέπτη. Πουθενά αλλού όμως όλο αυτό το μεγαλείο δεν έφθασε στην αποθέωσή του όσο στη Βιρμανία.

Σαν ένα ποίημα

«Αυτή είναι η χρυσή Βιρμανία, μια χώρα που διαφέρει απ' όλες τις άλλες της Απω Ανατολής», όπως έγραφε το 1898 στις επιστολές του από την Ανατολή ο περίφημος άγγλος ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Ο ίδιος σε ένα ποίημά του γράφει: «Στο Μουλμάιν, στον δρόμο για το Μανταλέι, κάθεται μια όμορφη Βιρμανή με μακριά μαλλιά σε έναν βράχο και ξέρω ότι σκέφτεται εμένα».

Ο ρομαντισμός του αποικιοκράτη! Ισως! Η αλήθεια όμως είναι ότι οι Βιρμανές είναι πανέμορφες καθώς συνδυάζουν το λυγερόκορμο των Ινδών με τα εξωτικά μάτια των Κινέζων. Οι Βιρμανοί είναι μάλλον μογγολικής καταγωγής και έφθασαν στη σημερινή χώρα από τα ανατολικά Ιμαλάια τον 8ο με 9ο αιώνα. Αλλωστε ακόμη και αν δεν σας σκέφτονται οι Βιρμανές θα σας χαρίσουν ένα τέτοιο γλυκό χαμόγελο και θα σας κερδίσουν με την πρώτη ματιά. Ομορφη ράτσα γενικά (οι άνδρες κυκλοφορούν όλοι ντυμένοι με μια μακριά φούστα, το λούκινγκ, που δένει σφιχτά στη ζώνη), διακρίνονται για την ευγένειά τους, μια ευγένεια αξιοπρεπή και είναι ίσως η μοναδική χώρα της Απω Ανατολής όπου δεν θα συναντήσετε ζητιάνους.

Εχει λοιπόν πάρα πολλά να σας δείξει η Βιρμανία και αν η δημοκρατική σας ευαισθησία μπορεί να αντέξει τον «βιρμανικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό», που ευαγγελίζεται μια σκληρή στρατιωτική δικτατορία η οποία με ηγέτη τον Ne Win κυβερνά τη χώρα από το 1962, τότε να την επισκεφθείτε τουλάχιστον για μία εβδομάδα. Τρεις ημέρες στην πρωτεύουσα, την παλαιά Ρανγκούν και τώρα Yangon, δύο ημέρες στη νεκρόπολη του Pagan, τώρα Megan (ο δικτάτορας άλλαξε όλα τα ονόματα), δύο ημέρες στην παλαιά αυτοκρατορική πρωτεύουσα, το Mandalay, και μία ή δύο στα ξύλινα μοναστήρια των βουνών του Βορρά θα σας δώσουν μια επαρκή εικόνα αυτής της μαγικής χώρας.

Σπάνιος προορισμός

Η μακρόχρονη δικτατορία και η ξενοφοβία που καλλιέργησαν οι στρατιωτικοί κράτησαν ουσιαστικά επί δεκαετίες κλειστή τη χώρα στον διεθνή τουρισμό και ακόμη και τώρα οι τουρίστες μετρώνται σε λίγες χιλιάδες. Από την Ευρώπη, όπως και σε όλες τις χώρες, κυριαρχούν και εδώ οι Ιταλοί σε σημείο που στις αγορές, στους δρόμους και στους ναούς να σε υποδέχονται οι ξεναγοί με «amico», «ciao», «mangiare» κτλ.! Βέβαια η Κίνα και η Ιαπωνία έχουν άριστους δεσμούς με το καθεστώς και έτσι υπάρχει ικανοποιητική τουριστική υποδομή, με πολυτελή ξενοδοχεία πέντε αστέρων και ρεστοράν ποιότητας, με τιμές ανεκτές και μάλλον φθηνές σε σύγκριση με ό,τι θα πληρώνατε για παρόμοιες υπηρεσίες στην Ταϊλάνδη.

Θα ξεκινήσουμε την επίσκεψή μας φυσικά από την πρωτεύουσα, την Yangon. Από την Ευρώπη δεν υπάρχει απευθείας πτήση. Ετσι η καλύτερη πρόσβαση είναι να πάρετε την Ολυμπιακή ή την Thai για την Μπανγκόκ και από εκεί τα ξημερώματα πάλι με την Thai ή με την εθνική εταιρεία, τη Myanma Airways, θα είστε σε 50' ή 55' στη Yangon. Είναι μια πολύβουη πόλη 4 εκατ. κατοίκων, που ξεχωρίζει από τις άλλες μεγάλες πόλεις της Ανατολής, πρώτον, για τις πλατιές λεωφόρους και τα πολλά διασωθέντα αποικιακά κτίρια που άφησαν οι Βρετανοί (τα οποία αν ανακαινιστούν θα την κάνουν πανέμορφη), δεύτερον, για τα λιγοστά αυτοκίνητα που κυκλοφορούν (κυριαρχούν ακόμη τα ποδήλατα) και, τρίτον, για τους ομοεπαγγελματικούς δρόμους, δηλαδή μεγάλους δρόμους κάθετους στις λεωφόρους όπου όλα τα μαγαζιά πωλούν τα ίδια τρόφιμα, ρούχα, χειροτεχνήματα κτλ.

Το αποικιακό κλίμα

Η Yangon έχει πολλά καλά ξενοδοχεία, μερικά μάλιστα νεόκτιστα και υπερπολυτελή. Οπως όμως όποιος επισκέπτεται τη Σιγκαπούρη ή την Μπανγκόκ θεωρεί πρότυπο που πρέπει να γνωρίσει το ξενοδοχείο Ράφλις ή το Οριένταλ, έτσι και εδώ δεν πρέπει να χάσετε το Strand Hotel. Αλλωστε το να ζήσετε με 150-200 δολάρια τη βραδιά την ατμόσφαιρα και το κλίμα της αποικιακής εποχής με μια αξέχαστη αίθουσα μπαρ και να έχετε ακόμη προσωπικό μπάτλερ στο δωμάτιό σας δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Αρχιτεκτονικά άλλωστε το ξενοδοχείο είναι θαυμάσιο, κτισμένο το 1896 και έχει ανακαινισθεί με δωμάτια που έχουν όλα τα κομφόρ. Αν δεν μείνετε και προτιμήσετε τα μοντέρνα ξενοδοχεία, περάστε οπωσδήποτε το απόγευμα, στις happy hours, να πιείτε ένα ποτό!

Εκείνο όμως που κάνει τη Yangon μοναδική στον κόσμο είναι η παγόδα Shwedagon, η πιο ωραία, η πιο μεγάλη, η πιο εντυπωσιακή, η πιο συγκινητική, η πιο... παγόδα του κόσμου. Κτισμένη πάνω στον υψηλότερο λόφο της πόλης έχει μια ιστορία που χάνεται στον χρόνο και στον θρύλο, ο οποίος αναφέρει ότι πριν από 2.500 χρόνια δύο έμποροι πρόσφεραν στον Βούδα δώρα και αυτός τους χάρισε οκτώ τρίχες από τα μαλλιά του. Οι έμποροι με τη σειρά τους τις δώρισαν στον βασιλιά τού Pegou που έκτισε την πρώτη στούπα στον λόφο. Η αρχαιολογία όμως τοποθετεί το κτίσιμο της παγόδας στον 11ο αιώνα και μνημονεύεται η βασίλισσα Shin Sawbu, η οποία έντυσε την κεντρική στούπα (είναι τα κωνοειδή μνημεία που αποτελούν το κέντρο της παγόδας), που το ύψος της ήταν ήδη 90 μέτρα, με χρυσάφι που ζύγιζε όσο και το βάρος της. Τώρα το χρυσάφι ξεπερνά τα 700 κιλά!

Ξυπόλυτοι στους ναούς

Οταν θα περπατάτε μέσα στο τεράστιο συγκρότημα της Shwedagon, με τις εκατοντάδες στούπες, ναούς, παρεκκλήσια κτλ., θα είστε ξυπόλυτος για λόγους σεβασμού και το περπάτημά σας θα είναι αργό για να συγχρονίζεται με τις προσευχές των πιστών του Βούδα. Ο χτύπος από τις χιλιάδες μικρές καμπάνες κάνει την ατμόσφαιρα έντονα συγκινησιακή όσο και εξωτική και είναι βέβαιο ότι θα περιδιαβάζετε με τις ώρες θαυμάζοντας τα αριστουργήματα της βιρμανικής τέχνης με τις πολλαπλές στέγες στις χρυσές ή αργυρές παγόδες, τα μωσαϊκά και ψηφιδωτά από γυαλί, τα υπέροχα ξυλόγλυπτα από το πολύτιμο τικ και τα αμέτρητα αγάλματα του Βούδα και άλλων μικρότερων θεοτήτων.

Μια γυναίκα σημαίνει την τεράστια κεντρική καμπάνα. Οι πιστοί προσεύχονται επί ώρες. Αλλοι προσφέρουν αρωματικά κεριά, χάρτινες ομπρέλες και λουλούδια ή κολλούν στο σώμα του Βούδα φύλλα χρυσού. Θα ευχαριστήσετε από την καρδιά σας τον Θεό που σας αξίωσε να επισκεφθείτε αυτόν τον ευλαβικό τόπο προσκυνήματος των πιστών του βουδισμού.

Η Yangon είναι μια ασφαλής πόλη με πολλά αξιοθέατα. Δεν θα μπορέσετε μόνο να δείτε την περιοχή δίπλα στη λίμνη όπου είναι οι πολυτελείς βίλες των αξιωματούχων της χούντας, ενώ είναι κλειστός για όλους τους ντόπιους αλλά και ξένους ο δρόμος όπου βρίσκεται το σπίτι της Lung San Suu Kyi, κόρης του δολοφονημένου το 1948 ήρωα της ανεξαρτησίας της Βιρμανίας. Η γυναίκα αυτή έγινε σύμβολο της αντιδικτατορικής πάλης του λαού, κέρδισε το 85% των ψήφων στις ελεύθερες εκλογές που επέβαλε ο ΟΗΕ το 1989, ανετράπη ευθύς αμέσως από τους στρατιωτικούς και από τότε παραμένει σε κατ' οίκον περιορισμό!

Η νεκρόπολη των αγαλμάτων

Αφού «χορτάσετε» για τρεις ημέρες τη Yangon, θα πάρετε την τέταρτη ημέρα το πρωί την Air Mandalay, που με καινούργιο ATR72 θα σας μεταφέρει σε μία ώρα στην Bagan, μια νεκρόπολη με πάνω από 2.000 τέμπλα σπαρμένα σε έναν απέραντο ορίζοντα. Πρόκειται για ένα αληθινό μνημείο της ανθρωπότητας το οποίο από πλευράς εντυπώσεων παραλληλίζεται με τις πυραμίδες της Αιγύπτου! Πολλές από τις παγόδες είναι ακόμη και σήμερα σε λειτουργία και ιδιαίτερα η μεγάλη Anada συγκεντρώνει όλους τους τουρίστες που θαυμάζουν τα γιγαντιαία αγάλματα του Βούδα, ο οποίος από μακριά σας χαμογελά και μόλις πλησιάζετε σας εγκαλεί με αυστηρότητα να κρατήσετε μια ευλαβική απόσταση.

Τις απογευματινές ώρες πάνω στις στέγες των πιο μεγάλων από τις παγόδες θα κάνετε παρέα με εκατοντάδες άλλους τουρίστες. Περιμένουν όλοι τη δύση του ηλίου για να ζήσουν ένα από τα πιο εντυπωσιακά θεάματα καθώς το χρυσαφί και το κόκκινο (όλες οι στούπες είναι από τούβλο) ανταγωνίζονται ποιο θα ζωγραφίσει τη νεκρόπολη. Την Bagan ήταν πρωτεύουσα ενός ισχυρού βιρμανικού κράτους από τον 9ο ως τον 13ο αιώνα και παρήκμασε όταν το 1287 επέδραμαν οι Μογγόλοι του Κουμπλάι Χαν και αιχμαλώτισαν τους κατοίκους του. Στην Bagan θα σας συνιστούσα να μείνετε στο πεντάστερο Bakura του οποίου τα ξύλινα μπανγκαλόους είναι πολυτελέστατα. Το βράδυ από την ταράτσα του εστιατορίου του ξενοδοχείου θα έχετε μια αξέχαστη θέα του ποταμού Ayeyarwady (είναι από τους μεγαλύτερους ποταμούς του κόσμου με μήκος 2.000 χλμ.) και θα απολαύσετε υπέροχη μουσική από τοπικά συγκροτήματα.

Το θρυλικό Mandalay

Τέλος, το υπόλοιπο της παραμονής σας στη Βιρμανία θα το αφιερώσετε στο θρυλικό Mandalay, που τον περασμένο αιώνα εθεωρείτο η πιο εξωτική πόλη σε όλη την απέραντη βρετανική αυτοκρατορία. Πρωτεύουσα του τελευταίου βασιλείου της Βιρμανίας που κατέλυσαν οι Αγγλοι το 1885. Θεωρείται η «χρυσή πόλη» όλης της Βιρμανίας και φημίζεται για τα 150 μοναστήρια της (τα περισσότερα ξύλινα θαύματα αρχιτεκτονικής) και τις 70.000 μοναχούς. Ο βρετανός συγγραφέας Τζορτζ Οργουελ, ο γνωστός για το έργο του «Η φάρμα των ζώων», σε ένα από τα πρώτα βιβλία του, «Ημέρες της Μπούρμα», χαρακτηρίζει το Mandalay την πόλη με τα πέντε Π [pagodes, pongyi (μοναχοί), parias (η χαμηλότερη κάστα), porc (χοιρινό) και πόρνες]. Θα τα βρείτε και τώρα, αλλά φυσικά εσείς θα επισκεφθείτε πρώτα την παγόδα Mahamuni όπου φυλάσσεται το πιο ιερό σε όλο τον κόσμο άγαλμα του Βούδα, που όσοι το προσκυνούν πιστεύουν ότι το έχει φτιάξει ο ίδιος ο Βούδας. Ενας βασιλιάς του Mandalay το άρπαξε το 1785 από μια ιερή πόλη κοντά στην Ινδία. Το πιο εντυπωσιακό για τον τουρίστα είναι ότι στο χρυσό αυτό άγαλμα το σώμα του Βούδα είναι παραμορφωμένο από τα φύλλα χρυσού που αφιερώνουν οι πιστοί.

Ο μεγάλος θησαυρός όμως της παγόδας βρίσκεται σε μια διπλανή αίθουσα όπου φυλάσσονται έξι χάλκινα αγάλματα από τους περίφημους ναούς του Ανγκόρ στην Καμπότζη τα άρπαξαν το 1431 οι Ταϊλανδοί και από αυτούς το 1599 οι Βιρμανοί , τα οποία θεωρούνται μοναδικά αριστουργήματα.
Το δεύτερο αξιοθέατο είναι το βασιλικό παλάτι, το οποίο καταλαμβάνει μια έκταση 15 τ. χλμ. Ηταν ένα θαύμα ξύλινης αρχιτεκτονικής αλλά καταστράφηκε από τον αεροπορικό βομβαρδισμό των Ιαπώνων το 1944 και τμήματά του σώζονται στο μουσείο της πόλεως.

(πηγή: ΒΗΜΑ)

Θιβέτ

Η χώρα του Δαλάι Λάμα ασκούσε πάντοτε μια παράξενη έλξη. Αν και δεν είναι πια η απαγορευμένη χώρα για τους ξένους, διατηρεί ακέραιο τον μυστηριακό χαρακτήρα της. Ο επισκέπτης δεν χρειάζεται να μείνει επτά χρόνια για να μαγευτεί από την Ποτάλα, τη Λάσα, τα μοναστήρια, τα Ιμαλάια

Το ταξίδι είχε αποφασισθεί να γίνει από το Κατμαντού η πιο πρόσφορη είσοδος στο Θιβέτ, αλλά βέβαια όχι πάντα εύκολη. Οδικά χρειάζονται 3-4 ημέρες με τζιπ. Η διάβαση χωματόδρομος σε πολλά σημεία φθάνει στα 5.500 μέτρα και την περίοδο των βροχών, τον Αύγουστο, συχνά είναι αποκλεισμένος. Τότε η μεταφορά γίνεται και με ζώα. Πάντως η συμβουλή όλων ήταν ότι, για να συνηθίσει ο οργανισμός, η μετάβαση να γίνει καλύτερα αεροπορικώς και, αν όλα πάνε καλά, η επιστροφή οδικώς.

Διαδρομή Κατμαντού - Λάσα με την Eastern China Airlines. Στάθηκα τυχερή που καθόμουν στο αριστερό μέρος του αεροπλάνου και είχα τα βουνά μπροστά μου. Απόμακρα, θεληματικά, με φωτοστέφανο ολόγυρα. Αξίζει να επισκεφθείς το Θιβέτ για να αγκαλιάσεις αυτά τα βουνά, Αναπούρνα, Νταουλαγκίρ, πάνω από 8.000 μέτρα.

Το αεροδρόμιο στη Λάσα απέχει περίπου 90 χλμ. από την πόλη. Μας περίμεναν το τζιπ και η κινέζα ξεναγός με καλά αγγλικά. Ο δρόμος δίπλα στο ποτάμι, παραπόταμο του Βραχμαπούτρα. Οι ερωτήσεις πέφτουν απανωτά. Διασχίζουμε μια κοιλάδα με αραιές καλλιέργειες και μετά κίτρινη, καφετιά, αραιή γη και μακριά, χιονοσκεπή βουνά. Υπάρχει μια περίεργη ησυχία. Αυστηρή λιτότητα τοπίου. Στον βράχο πάνω στο ποτάμι ζωγραφισμένη η μορφή του Βούδα. Τα χωριά, σωστά οχυρά, χτισμένα με πλίνθους και ρίζες, με τις σημαίες προσευχής, σαν λάβαρα, στην κορυφή.

Αυτές τις σημαίες με τα θρησκευτικά ρητά τις αντικρίζει κανείς συχνά στο Θιβέτ. Λίγο αργότερα τις είδαμε στην αγορά της πόλης, σημαίες περασμένες οριζόντια σε ένα σύρμα, «η οριζόντια φορά των πραγμάτων», ή κάθετα, τις περισσότερες φορές, σε στύλους μοναχικούς που τους χτυπούν οι άνεμοι.

Η καινούργια πόλη

Φθάσαμε στην καινούργια πόλη, στη Λάσα, χτισμένη μετά το 1959. Δρόμοι φαρδείς, κάθετοι, πόλη αδιάφορη. Ηταν 3.00 το απόγευμα. Μας είχαν αποτρέψει από την απογευματινή έξοδο. Επρεπε ο οργανισμός να εξοικειωθεί στο καινούργιο υψόμετρο. Η επιθυμία ήταν εντονότερη. Επρεπε να δούμε την Ποτάλα: το Επταώροφο Θιβετιανό Θαύμα. Την κατοικία του Δαλάι Λάμα από το 1645. Το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο του Θιβέτ, που παραμένει εντυπωσιακά αγέρωχο. Η επίσκεψη είχε προγραμματιστεί για την επόμενη ημέρα. Τρέχοντας φθάσαμε στο κέντρο της παλιάς πόλης, στο Jokkang, το πνευματικό κέντρο του Θιβέτ, τον ιερό τόπο, αέναο προορισμό χιλιάδων. Ο ναός άρχισε να κτίζεται τον 7ο μ.Χ. αιώνα και από τότε επεκτάθηκε τουλάχιστον οκτώ φορές ως σήμερα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο βασιλιάς της εποχής, ο Songtsen Ganpo, το 608 μ.Χ. πετάει το δαχτυλίδι του στον αέρα υποσχόμενος να χτίσει έναν ναό όπου αυτό θα αγγίξει τη γη. Το δαχτυλίδι έπεσε σε μια λίμνη και αμέσως ένας ναός, μια στούπα εμφανίστηκε. Θεϊκό σημάδι. Χτίστες από το Νεπάλ, την Κίνα, την Ινδία και το Κασμίρ έχτισαν τον ναό μέσα στη λίμνη, που σήμερα μικρό μέρος της απομένει στην αυλή του. Αυτός ο βασιλιάς ένωσε το Θιβέτ, έκανε πρωτεύουσα τη Λάσα, νυμφεύθηκε μια βασιλοπούλα από την Κίνα και μετά μιαν άλλη από το Νεπάλ. Ετσι τα σύνορα της χώρας του ήταν πιο σίγουρα. Οι γυναίκες του τον προσηλύτισαν στον βουδισμό και η παλιά θρησκεία του Bon, γεμάτη μάγισσες και δαίμονες, άρχισε να χάνεται.

Ηταν απόγευμα, λίγο μετά τις 5.00, όταν αντικρίσαμε στο προαύλιο του ναού τους πιστούς ξαπλωμένους μπρούμυτα, να προσεύχονται με τα πόδια δεμένα μ' ένα ζωνάρι. «Μετρούν τον δρόμο» με τις αποστάσεις του σώματός τους, μας εξήγησε η ξεναγός. Ενιωσα ότι ήμασταν ξένοι στον δικό τους χώρο. Σχεδόν εισβολείς. Δεν μας πρόσεχαν. Δεν ήμασταν εκεί, παρά το συνεχές «κλικ» της φωτογραφικής μηχανής. Οι προσκυνητές φέρνουν δώρα στον ναό. Συνήθως πλαστικές σακούλες ή ασκιά με βούτυρο που προέρχεται από τα γιακ και αποτελεί πρώτη ύλη για τον τεράστιο αριθμό κεριών που χρησιμοποιούνται στον ναό. Μουρμουρίζουν τις mantra (προσευχές) που από μακριά ακούγονται σαν βουητό μελισσών.

Γυναίκες και άνδρες με «τον τροχό της προσευχής» στο χέρι πορεύονται, ψωνίζουν συνομιλούν, χαμογελούν. Το περπάτημα στην κεντρική πλατεία δίπλα στον ναό γίνεται από όλους ανεξαιρέτως από δεξιά προς τα αριστερά. Προσπαθήσαμε να μη χαλάσουμε τη ροή. Ξεχωρίσαμε αμέσως τις γυναίκες που είχαν έρθει από άλλες περιοχές, γύρω από τη Λάσα. Στολισμένες, «κολυμπώντας στα τυρκουάζ», με κατάμαυρα μαλλιά. Και οι άνδρες αγέρωχοι φορούν μια φούντα από μαύρες κλωστές στα μαλλιά και ένα λευκό κόκαλο, συνήθως ελεφαντόδοντο. Προσπάθησα να βρω να αγοράσω. Κανένας δεν με άφησε να τ' αγγίξω. Αγγίζεις τον δικό τους κόσμο.

Ανεβήκαμε στην ταράτσα του ναού. Θέα που ανοίγει την ψυχή. Νιώθεις αδύναμος. Η Ποτάλα από μακριά. Χρυσαφένια ελάφια στολίζουν τους τοίχους. Καμπάνες, παντού σύμβολα. Ενα γκρουπ μεταλλειολόγων από το Πεκίνο μού ζήτησε να φωτογραφηθούμε μαζί. Ηταν περήφανοι που άγγιζαν τη Λάσα.

Τα μοναστήρια

Από τα πιο γνωστά μοναστήρια είναι:
* Το Drepung, 5 χλμ. από τη Λάσα, άλλοτε το πλουσιότερο μοναστήρι στο Θιβέτ, με 6.000 λάμας (έτσι ονομάζονται οι μοναχοί στο Θιβέτ). Μισοδιαλύθηκε το 1959, αλλά σιγά σιγά οι λάμας επιστρέφουν, οι τοίχοι χτίζονται ξανά με το έντονο κόκκινο και κίτρινο χρώμα παντού.
Τα αγάλματα - εικόνες στολισμένα με όλα τα πετράδια του κόσμου, ξεχωριστά βέβαια τα λαμπερά τυρκουάζ. Αγριοι και βάρβαροι θεοί. Σε κάθε ναό η βιβλιοθήκη με τους τοίχους καλυμμένους με παλιές γραφές.
Στα πόδια των αγαλμάτων οι προσφορές των πιστών: λουλούδια πολύχρωμα, νομίσματα, ρύζι, καρποί.
* Το Gaden βρίσκεται δύο ώρες από τη Λάσα, στην κορυφή ενός βουνού, σε 4.500 μ., με πανοραμική θέα στην κοιλάδα. Και αυτό από τα σημαντικότερα μοναστήρια του Θιβέτ, είχε υποστεί καταστροφή το 1959 και σήμερα επανακατασκευάζεται. Είχαμε τη μεγάλη τύχη να βρεθούμε εκεί τη στιγμή του γεύματος - θείας μετάληψης. Ολοι οι μοναχοί ντυμένοι σε βαθύ κόκκινο, καθισμένοι σε χαμηλούς πάγκους. Μπροστά τους ένα βαθύ πιάτο και το σακουλάκι με το «πλιγούρι». Μοναχοί περνούσαν και έριχναν ζωμό ή νερό στο πιάτο. Το έπλαθαν με το χέρι. Ετρωγαν ψάλλοντας. Το φως έμπαινε από ψηλά, από το κέντρο του ναού. Φώτιζε τους κατακόκκινους τοίχους, τα χρυσοποίκιλτα σήμαντρα. Ηταν η ώρα της προσευχής, 12.00 το μεσημέρι.

Στην είσοδο όλων των μοναστηριών είδαμε τη «Μάνταλα», γραφική, γεωμετρική απεικόνιση του κόσμου, «ψυχοκοσμογράφημα», που συμβολίζει την τάξη και αρμονία που αποκτά ένα φωτισμένο μυαλό. Και πολλές «Τάνγκα», σημαίες που ανεμίζουν στους ναούς και στα προαύλια.

Το Θιβέτ δεν είναι μόνο η κορυφή του κόσμου, αλλά για 100 χρόνια ήταν η πιο απομονωμένη χώρα του κόσμου και ως επακόλουθο άσκησε μια μαγνητική επιρροή σε εξερευνητές, ιστορικούς, ιεραποστόλους και βέβαια στους ισχυρούς. Δεν ήταν πάντοτε απαγορευμένη στους ξένους. Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που έφθασαν στην περιοχή ήταν πορτογάλοι ιεραπόστολοι, το 1624. Τους καλοδέχθηκαν και τους επετράπη να χτίσουν την εκκλησία τους. Αργότερα έφθασαν καπουτσίνοι και ιησουίτες. Τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν όταν η βρετανική αυτοκρατορία, ορμώμενη από Ινδία και Αφγανιστάν, προσπάθησε να προσεταιρισθεί το Θιβέτ και συγχρόνως η ρωσική αυτοκρατορία άρχισε να επεκτείνεται στην Κεντρική Ασία. Η Κίνα βρέθηκε πιο κοντά στο Θιβέτ, το οποίο έκλεισε τα σύνορά του για όλο τον κόσμο εκτός από την Κίνα. Ετσι άρχισε ή μάλλον ξανάρχισε η προσπάθεια μυστικής διείσδυσης, όχι μόνο για στρατιωτικούς λόγους αλλά και για επιστημονικούς. Η πρώτη γυναίκα, μια αγγλίδα ιεραπόστολος, κατάφερε το 1892 να φθάσει 70 χιλιόμετρα κοντά στη Λάσα, προτού τη συλλάβουν, και στις αρχές του 20ού αιώνα μια επιστήμων, βουδίστρια, μεταμφιεσμένη σε ζητιάνο κατάφερε να είναι η πρώτη Ευρωπαία που έφθασε στη Λάσα.

Το 1949 ο Δαλάι Λάμα κάλεσε γνωστούς αμερικανούς δημοσιογράφους να επισκεφθούν το Θιβέτ. Ηλπιζε με τα γραφόμενα να δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα για αυτή την απομονωμένη χώρα. Το 1951 κάλεσαν οι Κινέζοι ξένους δημοσιογράφους για τους ίδιους λόγους. Οταν το 1983 βρισκόμουν στο Πεκίνο και θέλησα να επισκεφθώ το Θιβέτ, στάθηκε αδύνατον. Σήμερα πλέον η χώρα αποτελεί καινούργια τουριστική αγορά πάντα με αρκετές δυσκολίες, οι οποίες βέβαια καθιστούν τον τόπο του προορισμού πιο γοητευτικό.

Οι ιδιαιτερότητες της χώρας

Με 1.800.000 κατοίκους το Θιβέτ είναι η πιο αραιοκατοικημένη χώρα του κόσμου. Με τη Βολιβία συναγωνίζονται στο υψόμετρο. Η πρωτεύουσα Λάσα έχει μόνο 60.000 κατοίκους. Με είχαν προειδοποιήσει ότι το Θιβέτ δεν είναι γαστρονομικός παράδεισος. Και είναι αλήθεια. Η κατάσταση στη Λάσα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια. Και βέβαια θέλαμε να δοκιμάσουμε το τσάι. Αλατισμένο μαζί με βούτυρο από το γιακ. Δεν ταιριάζει πολύ στη δυτική γεύση. Η τσάμπα ένα είδος πλιγούρι από κριθάρι παραμένει το ίδιο αδιάφορη. Τον τελευταίο καιρό πολλά κινέζικα εστιατόρια, ακόμη και δυτικά, κάνουν την εμφάνισή τους, μαζί με νυχτερινά κέντρα με κινέζες χορεύτριες σε αισθησιακούς χορούς. Πόσο μακριά είναι η καινούργια πόλη από την παλιά....

(πηγή: BHMA)